Κοινωνία και κοινωνικοί αγώνες: μια «αιρετική» αναρχική οπτική

koin_ag1Πολλά απ’ όσα κάνουμε ή λέμε, πολλά απ’ όσα νιώθουμε ακόμη για τον εαυτό μας και τους άλλους περνάνε μέσα από το μεγάλο κοινωνικό φίλτρο. Η κοινωνία συχνά είναι αυτή που παίζει το ρόλο κλειδί για την ερμηνεία αυτού που, συμβατικά, ονομάζεται πραγματικότητα. Η ακαδημαϊκής υφής μελέτη της είναι ολόκληρος επιστημονικός κλάδος. Αλλά για έναν αναρχικό η κοινωνία δεν είναι ένα σύνολο ουδέτερα φορτισμένο. Επόμενο είναι, λοιπόν, να αναρωτηθούμε αν μπορεί η Αναρχία να υπάρξει σε μια κοινωνία, αν είναι αντικοινωνική και για ποιο λόγο, τέλος πάντων, μιλάμε για κοινωνικούς αγώνες.

Θεωρούμε πως οι απόψεις των αναρχικών παρουσιάζουν θεμελιώδεις αποκλίσεις, ως προς τον προσδιορισμό της κοινωνίας –δομικά και ιστορικά–, αλλά και σχετικά με την στάση των αγωνιζόμενων ανθρώπων απέναντί της. Το παρόν κείμενο, ουδόλως έχει ως σκοπούμενο «να βάλει τα πράγματα στην θέση τους», ούτε βεβαίως διεκδικεί τον τίτλο του αλάθητου. Ας λογιστεί ως μία ακόμη προσπάθεια αναρχικής ομάδας να προσθέσει κάτι επί πλέον στο όλον της αναρχικής θεώρησης για το ζήτημα, επιχειρώντας να προσεγγίσει και τούτο με μια συνολικά απελευθερωτική οπτική. Τι είναι, λοιπόν, η κοινωνία για τους αναρχικούς; Τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο κοινωνικοί αγώνες; Μήπως πολλοί ενδιαφερόμενοι περί των εν λόγω ζητημάτων βρίσκονται σε ένα διαρκές μπέρδεμα –κι όχι αδίκως–, όσον αφορά την σχέση αναρχικής θεώρησης-κοινωνίας; Ας δούμε, λοιπόν, ένα-ένα τα άνωθι, με σκοπούμενο βεβαίως την αποσαφήνιση κι επ’ ουδενί την δημιουργία επί πλέον σύγχυσης.

Η κοινωνία κατ’ αρχάς σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ειδωθεί ως μορφή ελεύθερης οργάνωσης των ανθρώπων. Δεν σχηματοποιήθηκε, λοιπόν, για να καλύψει τις φυσικές ανάγκες τους· η κοινοτική συμβίωση τούς προσέφερε και με το παραπάνω, ο,τιδήποτε πραγματικά επιθυμούσαν. Όταν ο άνθρωπος μετέβαλε τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον και το είδε ως τόπο με καθορισμένα όρια, δομημένα με σχέσεις ιδιοκτησίας με τη γη, τότε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι γεννήθηκαν οι πρώτες κοινωνίες, ως προϊόντα του πολιτισμού του. Αυτή η μεταβολή δεν είναι μια χρονική στιγμή, βέβαια, δεν συνέβη σε μια μέρα ούτε παντού ταυτόχρονα. Είναι μια μετάβαση σε μιαν άλλη εμπειρία, ένα πέρασμα στον πολιτισμό και τις κοινωνικές του δομές, μια άλλου είδους ζωή. Με άλλα λόγια, η κοινωνία προέκυψε, όταν οι πρώτες αγροτικές κοινότητες (και όχι κοινωνίες), με «πρωτοβουλία» της πρωτογενούς εξουσίας –που εδραζόταν στην θεσμισμένη μεταφυσική– προχώρησαν στην δημιουργία ιερατείων.

Στην μεταφυσική των πρώτων αγροτικών κοινωνιών προστίθενται στοιχεία επιβολής ξένα με όσα ο ανιμισμός/τοτεμισμός των ελεύθερων φυλών είχε παρουσιάσει έως τότε· ο άνθρωπος «οφείλει» πλέον να παρακαλά στα γόνατα θεότητες (και των δύο φύλων, ακόμη και ερμαφρόδιτες), για να βρέξει ή να μη βρέξει, να είναι γόνιμος ο σπόρος και οι ακρίδες να τους προσπεράσουν. Εδώ το ιερατείο, ως οργανωμένη πλέον θρησκεία –με ταμπού, απαγορεύσεις κι απευθείας παρεμβάσεις στις ζωές των εξουσιαζόμενων (από την ερωτική τους ζωή έως το ποιόν της διατροφής τους)– αντιλαμβάνεται πως η κατ’ αρχήν ύπαρξη και εν συνεχεία διεύρυνση της κοινωνίας σε πλέον πολύπλοκες και κυριαρχικές δομές είναι το μείζον ζητούμενο για να κρατούν τους ανθρώπους υποταγμένους. Έτσι γεννάται η πρώτη πόλη και κατ’ επέκτασιν το σπέρμα της πρώιμης κρατικής οντότητας.

Σημαντικότατο ρόλο σε μια τέτοια εξέλιξη διαδραμάτισε, επίσης, το ιδιαίτερα πεπερασμένο της εύφορης τότε γης· οι καλλιέργειες έπρεπε να βρίσκονται δίπλα σε ποτάμια, διότι τα τεχνικά μέσα για άρδευση ήταν μηδαμινά. Το ιερατείο κρατά για λογαριασμό του τα εκλεκτότερα καλλιεργήσιμα εδάφη και τα υπόλοιπα τα διανέμει στους λακέδες του· οι άλλοι ή λαμβάνουν μικροσκοπικά αγροτεμάχια ή –ως επί το πλείστον– δουλεύουν μεροκάματα στους πρώτους στην ιστορία, φέροντες επάξια τον τίτλο «έχοντες και κατέχοντες». Η μισθωτή σκλαβιά, λοιπόν, είναι εν τη γενέσει της κοινωνικό φαινόμενο –όπως και κάθε μορφή σκλαβιάς–, κάτι που ωστόσο ήταν πλήρως άγνωστο για τις ελεύθερες κοινότητες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Φυλακίζει όχι μόνο τη γη, μα και τα ζώα και τα πάντα αποκτούν εμπορική αξία. Γι’ αυτό, λίγο αργότερα, εμφανίζονται και πόλεις, που δεν ιδρύονται απαραίτητα σε εύφορα εδάφη, αλλά σε ευνοϊκά για τις συναλλαγές σταυροδρόμια. Αυτά εν ολίγοις σχετικά με την γέννηση των κοινωνιών. Δεν θα μακρηγορήσουμε περισσότερο γι’ αυτό, μιας και από μια αναλυτική προσέγγιση του ζητήματος, θα προέκυπτε υλικό αρκετό όχι για κείμενο, αλλά για ολόκληρο βιβλίο.

Ωστόσο, αυτό που γίνεται φανερό είναι πως η κοινωνία είναι ένα σχήμα που δεν καθορίστηκε έπειτα από ελεύθερη συμφωνία, αλλά προέκυψε απ’ τη συσσώρευση πολλών ανθρώπων σε έναν τόπο, απ’ την επιβολή σχέσεων, που εκκινούσαν απ’ την παρουσία μιας ελίτ, που καρπωνόταν περισσότερα μόνο και μόνο απ’ το κύρος της καταγωγής της. Πράγματι, κάποτε μέσα στη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας στη γη, ένα μέρος των ελεύθερων φυλών στρέφεται προς την γεωργία. Οι μικρές κοινότητες συνενώνονται σε μεγαλύτερες οντότητες, που αποτελούν δομημένους συνοικισμούς, στους οποίους η δουλειά εξειδικεύεται. Δημιουργούνται έτσι οι πρώτες κοινωνίες, δηλαδή οι πρώτοι τόποι με σύνορα, μέσα στα οποία αναπαράγονται συγκεκριμένες νοοτροπίες, που νομιμοποιούνται από το πόσο παλιές είναι και το πόσο συχνά επαναλαμβάνονται. Οι αρχηγικές ομάδες προφανώς αντλούν τη δύναμή τους από την παλαιότητά τους, την οποία κι έχουν ήδη λάβει κληρονομικά. Το παρελθόν ιδεολογικοποιείται.

Το ιερατείο που προκύπτει και διαμορφώνεται τότε, αντιλαμβανόμενο τα τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά της γεωργίας από αυτά του κυνηγιού/τροφοσυλλογής, αναβαθμίζει τον ρόλο του, πείθοντας τους εξουσιαζόμενους (πλέον) ανθρώπους, πως η διαμεσολάβηση του με το υπερβατικό καθορίζει το μέγεθος και την ποιότητα της αγροτικής παραγωγής· την επιβίωση ή τον αφανισμό τους με άλλα λόγια. Έτσι, στις πρώτες κοινωνίες ο ιερέας δεν είναι πλέον σαμάνος· δεν είναι πνευματικός αδερφός των υπολοίπων, αλλά εξουσιαστής. Ο βασιλιάς-ιερέας αποκτάει σιγά-σιγά το παλάτι του, όπου φυλάσσονται τα αποθέματα της πόλης. Γύρω από τους ιερείς, αναπτύσσεται μια κάστα έμμισθων μπράβων, για την προάσπιση των συμφερόντων της πρώτης στην ιστορία άρχουσας τάξης. Βεβαίως, η κάστα αυτή απολαμβάνει προνόμια και μαζί με τους μετέχοντες στο ιερατείο, γίνονται οι πρώτοι ιδιοκτήτες, όχι πλέον απλών εργαλείων, αλλά γης που παράγει τροφή. Θα ήταν αδιανόητο να κατέχει ένας σαμάνος, επί παραδείγματι, κοπάδια με βίσωνες –και εντελώς ανέφικτο άλλωστε. Η δημιουργία της κοινωνίας, λοιπόν, είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης.

Υπήρξαν, απ’ την άλλη, ελεύθερες κοινότητες, όπου η μετάβαση από την κατάσταση του κυνηγού/τροφοσυλλέκτη σε αυτή του γεωργού έγινε δίχως η μεταφυσική να πάρει θεσμισμένες διαστάσεις, να δημιουργηθεί οργανωμένο ιερατείο και η κοινότητα να εκφυλιστεί σε κοινωνία; Σίγουρα. Τα παραδείγματα ωστόσο είναι ελάχιστα κι επιβεβαιώνουν τον θλιβερό κανόνα. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τους ινδιάνους Hopi, που, παρότι ασχολήθηκαν συστηματικά με την γεωργία, είχαν μόνιμες κατοικίες κι ανάπτυξαν την κεραμική κι άλλα τέχνεργα, δεν εγκατέλειψαν την κοινοτική ζωή για «χάρη» της κοινωνίας και του πολιτισμού. Οι Cherokee, επίσης, διέσωσαν τον κοινοτισμό τους, μιας και κατάφεραν να συνταιριάξουν αρμονικά το κυνήγι και την συλλογή καρπών, με την γεωργία σε μικρή κλίμακα. Ο λόγος ίσως που εμφανίζονται αυτές οι εξαιρέσεις είναι η ίδια η κοσμοαντίληψη αυτών των κοινοτήτων. Άλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, συγχρόνως με τις νέες πόλεις που εμφανίζονται, εξακολουθούν να υπάρχουν νομάδες κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Αυτοί αφανίζονται σταδιακά, όταν τα δάση σε μεγάλο βαθμό αποψιλώνονται και δεν τους μένει τόπος να κυνηγήσουν και να κινηθούν.

Δεν είναι αυτονόητο ότι αφού καλλιεργείς τη γη, θα την αντιμετωπίσεις ως ιδιοκτησία σου. Κατάντησε, όμως, μια τέτοια αντιμετώπιση να θεωρείται δεδομένη. Η καλλιέργεια των σπόρων και η συγκομιδή σε μικρή κλίμακα και σύμφωνα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες μπορεί να είναι απλώς ένα συμπλήρωμα διατροφής, μια επιπλέον πηγή τροφής για την κοινότητα. Δεν συνεπάγεται ότι θα θεωρηθεί ιδιοκτησία, θα προκύπτει πλεόνασμα τροφής που θα συσσωρεύεται και θα δημιουργεί οικονομικές ή άλλες διακρίσεις που εμφανίστηκαν στις κοινωνικές δομές. Για αυτό και, χωρίς να περάσουν στο στάδιο της ιδιοκτησίας, αυτές οι κοινότητες παρέμεναν ως τέτοιες, χωρίς να μετατραπούν σε κοινωνίες. Όπως ήδη, όμως, ανεφέρθη, οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν εξαίρεση· η ενασχόληση των ανθρώπων με την γεωργία, έδωσε λαβή στο ιερατείο, να οργανώσει τις δομές κυριαρχίας, σχηματοποιώντας ταυτοχρόνως την πρώτη κοινωνική ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι στα μινωικά ανάκτορα, για παράδειγμα, καλλιεργούνταν δέντρα, όπως η ελιά, η οποία χρειαζόταν πολύ χρόνο και φροντίδα, προκειμένου να ευδοκιμήσουν. Υπήρχε, όμως, ήδη η ισχυρή εξουσία, που θα επέβαλε την εντατική δουλειά στους υπηκόους, προκειμένου να προκύψει μεγάλη παραγωγή. Μάλιστα, η καλλιέργεια της ελιάς προήλθε απ’ την Αίγυπτο, όπου οι ανάλογες δομές είχαν εμφανιστεί νωρίτερα.

Ας συνοψίσουμε, λοιπόν. Η κοινωνία είναι ένα κατασκεύασμα εξουσιαστικό· τον ελεύθερο πειραματισμό των ανθρώπων πάνω στην καλλιέργεια της γης μια επιτήδεια ελίτ τον χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος, ώστε να κυριαρχήσει επ’ αυτών. Έτσι, οι σχέσεις των ανθρώπων, χρόνο με τον χρόνο, εκφυλίζονται και η επιβεβλημένη πραγματικότητα της κοινωνίας γίνεται συνήθεια. Σβήνεται σιγά-σιγά από το συλλογικό θυμικό η ελεύθερη κοινοτική συμβίωση και περνά στην σφαίρα του μύθου και θρύλου. Ελάχιστες ελεύθερες φυλές καταφέρνουν να επιβιώσουν μέχρι τους πρόσφατους αιώνες· κι αυτές, όμως, με την σειρά τους περνούν από την σφαίρα της ύπαρξης, σε αυτήν της μνήμης, άπαξ και το αρκεβούζιο του πολιτισμένου ηχήσει στην γη τους. Την δημιουργία της κοινωνίας και την πάντοτε ετεροκαθοριζόμενη εξέλιξή της ακολουθεί η πόλη και η γένεση του κράτους. Υψώνονται τείχη και οι πρώτοι έμμισθοι μπράβοι του ιερατείου γίνονται τώρα οργανωμένος στρατός για την «προστασία» των εξουσιαζομένων. Κοινωνία λοιπόν και κράτος εμφανίστηκαν σχεδόν ταυτοχρόνως· δεν νοείται κοινωνία δίχως κράτος και το αντίστροφο.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, οφείλουμε να τοποθετηθούμε και σε κάτι ακόμη. Η ελίτ, που πήρε την εξουσία, δεν έφερε ένα μικρόβιο, ίδιον της ανθρώπινης φύσης, που απλώς εκδηλώθηκε σε κοινωνική ασθένεια. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι κοινωνικές ελίτ τράφηκαν απ’ τις διακρίσεις, που γεννούσε η υπερβολική συγκέντρωση ανθρώπων και φυσικών αγαθών. Η συμπεριφορά τους καλλιεργήθηκε, όσο πιο πολύ παγιωνόταν ως συνήθεια η ίδια η κοινωνία. Η εξουσία μερικών ανθρώπων σε άλλους ανθρώπους και στο φυσικό περιβάλλον δεν προέκυψε ως μια κακή ιδέα που εμφανίστηκε ξαφνικά και βρήκε εφαρμογή, αλλά ως μια συνήθεια που καθιερώθηκε με το πέρασμα των χρόνων. Δεν ήταν κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως συχνά παρουσιάζεται. Αλλιώς, θα μπορούσε κάποιος με βεβαιότητα να εντοπίσει τη στιγμή που εμφανίστηκε. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει. Πολλοί λένε συχνά ότι και η εξουσία, αφού είναι ανθρώπινο δημιούργημα, όπως και η κοινωνία, είναι φυσική. Δεν έφτιαξε, ωστόσο, ο άνθρωπος τον κόσμο, αλλά τον έκανε δικό του με τον τρόπο που τον αντιλήφθηκε.

Στα όρια της κρυμμένης αντίφασης

koin_agΚι εδώ προκύπτει, βεβαίως, το εύλογο ερώτημα: εφ’ όσον η κοινωνία είναι μια εξουσιαστική δομή, σκιώδες πρελούδιο της πόλης και του κράτους, γιατί οι αναρχικοί μάς ομιλούν περί κοινωνικών αγώνων; Γιατί κόπτονται πως η κοινωνία δεν είναι επ’ ουδενί εχθρός τους; Η κοινωνία είναι μια φυλακή και ο κρατισμός ο τρόπος που επιβάλλεται, αλλά κι εκσυγχρονίζεται η εξουσία επί των σκλάβων εντός των τειχών. Ένα μέρος των σκλάβων αυτών, ανάμεσά τους βεβαίως και οι αναρχικοί, αγωνίζονται για να απελευθερωθούν από τα κρατικά δεσμά, άρα και από το περιχαράκωμα που διαρκώς θέτει η άρχουσα τάξη, στα τείχη της κοινωνίας-φυλακής. Ο αγώνας τους, λοιπόν, ορθώς ονομάζεται κοινωνικός, διότι είναι ο αγώνας των εντός της κοινωνίας εξουσιαζόμενων για την απελευθέρωσή τους. Μπορούμε να παραβάλουμε, επί παραδείγματι, τους μαθητικούς αγώνες, κομμάτι του όλου των κοινωνικών· ονομάζονται έτσι από τους αναρχικούς, διότι οι πλείστοι των εξεγερμένων μαθητών (αναφερόμαστε σε γεγονότα της δεκαετίας του ’90 στην ελλαδική επικράτεια) δεν έθεταν αιτήματα για καλύτερα σχολεία ή αναβάθμιση της παιδείας, αλλά ζητούσαν την καταστροφή των σχολικών κελιών και την πλήρη αποδόμηση του μαθητικού κι οποιουδήποτε άλλου κοινωνικού ρόλου, που το κράτος επιβάλλει στους εξουσιαζόμενους. Το ίδιο ισχύει και για τον κοινωνικό αγώνα ευρύτερα· ονοματίζεται έτσι από τους αναρχικούς, διότι είναι ένας αγώνας για την διάλυση των σχέσεων εξουσίας κράτους-κοινωνίας.

Θα μπορούσε τότε κανείς να θέσει το επόμενο ερώτημα, με βάση τα παραπάνω: αν λοιπόν ο αγώνας ενάντια στο κράτος ονοματίζεται αντικρατικός, γιατί και ο αγώνας που συμβαίνει παράλληλα για την διάλυση της κοινωνίας-φυλακής, δεν ονοματίζεται αντικοινωνικός, αλλά αντιθέτως τον αναφέρουμε ως κοινωνικό; Το ερώτημα αυτό «απαντήθηκε» δυστυχώς από πολλούς με δράσεις που συχνά δεν έχουν ίχνος απελευθερωτικών προθέσεων.

Η κοινωνία δεν είναι μόνο το περιτείχισμα που εγκλωβίζει τους εξουσιαζόμενους, ούτε μόνο το πεδίο στο οποίο οι κρατιστές εφαρμόζουν την πολιτική τους βούληση επί των κεφαλών μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο· εμπεριέχει επίσης και το σύνολο των εγκλωβισμένων ανθρώπων, εδώ και χιλιάδες χρόνια, μέσα σε αυτήν. Και οι περισσότεροι εξ αυτών πλέον, με τον βούρδουλα και την ποικιλώνυμη εκπαίδευση αιώνων, έχουν υψώσει αντίστοιχα τείχη εντός τους· αναπαράγουν την κοινωνία και το κράτος εν πολλοίς, σε κάθε τους βήμα· θεωρούν πως ο βίος τους θα γίνει αβίωτος δίχως αυτά. Ωστόσο, ενώ μια απευθείας επίθεση στις κρατικές δομές κι όσα απορρέουν από αυτές, είναι καθόλα θεμιτή για τους αγωνιζομένους, θα ήταν εντελώς παράλογο –κι αναποτελεσματικό επιπροσθέτως– παρόμοιες δράσεις να αναλαμβάνονταν εναντίον της κοινωνίας. Δεν μπορείς λοιπόν να γεμίσεις πυροκροτητές τα τείχη της κοινωνίας-φυλακής και να την ανατινάξεις, έτσι απλά· κάτω από τους τόνους «σκυροδέματος και σιδήρου» θα θαφτούν και οι εξουσιαζόμενοι· και τούτο θα ήταν ασυμβίβαστο με το αναρχικό ήθος.

Αντιθέτως, ο αναρχικός αγώνας καλεί τους υπόλοιπους αγωνιζόμενους εντός των τειχών της κοινωνίας, να κατεβάσουν από τους θρόνους τους πρωτίστως τούς φύλακες-κρατιστές και τις μυριόχρονες δομές τους και ταυτόχρονα να γκρεμίσουν την κοινωνία, εξερχόμενοι οριστικά από τα μελανά της τείχη. Μέσα στην επιδημία της εκπολιτισμένης κοινωνίας βρίσκονται και οι τρόποι ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτήν. Δεν μπορούμε, προκειμένου να «θεραπευτούμε» απ’ τις κοινωνικές αρρώστιες, να σκοτώσουμε τους οργανισμούς που τις φέρουν, γιατί τότε θα χαθεί μαζί τους και ο σπόρος της ελευθερίας, η ίδια η Αναρχία. Ο αγώνας, λοιπόν, των αναρχικών είναι αντικρατικός/αντιπολιτικός, όχι όμως αντικοινωνικός.

Είναι γεγονός, ότι ο αντικοινωνισμός, ως ιδεολόγημα, έχει συνδεθεί διαχρονικά με απόψεις και πρακτικές, που κάθε άλλο παρά εμπεριέχουν απελευθερωτικά χαρακτηριστικά. Στον αντικοινωνισμό ενέχονται στοιχεία πρωτοπορίας, ελιτισμού, απαξίωσης των εξουσιαζομένων, όπως επίσης και ντετερμινιστικές απόψεις για τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, οι όποιοι αγωνιζόμενοι μπορούν να φέρουν διαπαντός τον εν λόγω «τίτλο», ακόμη και αν στο όνομα του όποιου αγώνα τους υιοθετούν θέσεις και πρακτικές που θα ζήλευε κι ο χειρότερος μαφιόζος. Αντιθέτως, όσοι υπακούουν στις βουλές των κρατιστών σήμερα πρέπει να φέρουν το «χάραγμα» του καναπεδόφιλου (ή και λακέ) δια βίου. Τόσο οι απόψεις όσο και η στάση των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία είναι σε διαρκή κίνηση· γι’ αυτό συχνά ουκ ολίγοι «επαναστάτες» γεύτηκαν ενσυνείδητα την θέρμη της κρατικής αγκάλης, ξεπουλώντας με την οκά κάθε αγώνα και ηθική, ενώ είναι αναρίθμητες κι εκείνες οι περιπτώσεις όπου, μέχρι τότε, υπήκοοι οικειοποιήθηκαν με ζήλο αντικρατικές πρακτικές. Στην εν λόγω, λοιπόν, πολιτική φόρμουλα, απαντούμε το εξής: η αντί-κρατική θεώρηση και δράση είναι εν πολλοίς η ουσία της ανθρωπινότητας, μιας και το αναπαλλοτρίωτα ανθρώπινο ασφυκτιά στην καταπίεση. Οπότε, κάθε αντιανθρώπινη δράση είναι βαθιά πολιτική, άρα και στυλοβάτης της εξουσίας. Βέβαια, αν ο αντικοινωνισμός εμφανιζόταν ως όρος σήμερα, θα μπορούσε ενδεχομένως να σχηματοποιηθεί μόνο με βάση την άποψη πως εχθρεύεται τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας και μόνο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει. Ο αντικοινωνισμός, ακόμη κι αν εμφανίστηκε κάποτε ως ιδέα, απέκτησε γρήγορα την μορφή πολιτικού ιδεολογήματος και θεωρούμε πως είναι πλήρως ανταγωνιστικός με την αντικρατική δράση και το σύνολο του αντιπολιτικού αγώνα. Ως εκ τούτου, ο αντικοινωνισμός δεν λειτουργεί απελευθερωτικά· το αντίθετο μάλιστα.

Ας δούμε τώρα για ποιον λόγο ο αναρχικός, συνολικά απελευθερωτικός αγώνας, πέρα από την καταστροφή της κρατικής μηχανής και της ηθικής απέκδυσης που αυτή επιβάλλει στους εξουσιαζόμενους, έχει ως στόχευση την αναρχική κοινοτική συμβίωση κι όχι τις ελεύθερες κοινωνίες. Όπως αναπτύξαμε και ανωτέρω, οι κοινωνικές δομές, από την πρώτη κιόλας εμφάνισή τους, δεν ανέδειξαν, αλλά αντιθέτως περιόρισαν την ατομική και συλλογική ελευθερία. Η εξέλιξή τους, ακόμη και σε πρώιμο στάδιο, έφερε την πόλη, το πρελούδιο του κράτους. Είναι, λοιπόν, οξύμωρο ο συνολικά απελευθερωτικός αγώνας να θέτει ως βασικό αίτημα την ελεύθερη κοινωνία. Γιατί; Μα, διότι δεν υφίσταται κάτι τέτοιο, είναι μια απάτη. Δεν υπήρξαν, ούτε ενδέχεται να υπάρξουν στο μέλλον, ελεύθερες κοινωνίες. Οι κοινωνίες είναι προϊόν καταπίεσης και εφαρμογής εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο. Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους, ως πρώιμη μορφή εξουσιαστικής οργάνωσης κι εν συνεχεία εξελίχθηκαν από κοινού με τον κρατισμό, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που είναι ασαφή πλέον τα όρια μεταξύ τους.

Δεν νοείται, λοιπόν, συνολικά απελευθερωτικός αγώνας, αν αυτός δεν έχει ως στόχευση την πλήρη καταστροφή όλων των δεσμών, μικρών και μεγάλων. Ας το θέσουμε πιο ξεκάθαρα: θεωρούμε πως αν μια κοινωνική επανάσταση, ακόμη και με αποσαφηνισμένα αντικρατικά προτάγματα, καταργούσε το κράτος και εν συνεχεία προχωρούσε στην δόμηση ελεύθερων κοινωνιών (sic), όπως επί παραδείγματι αναφέρει στο πολιτικό του πρόγραμμα ο αναρχισμός, το αποτέλεσμα θα ήταν μια άλλης μορφής καταπίεση· μικρότερη ή μεγαλύτερη, ουδόλως μας ενδιαφέρει· η ελευθερία δεν μετριέται, εξ άλλου, με το υποδεκάμετρο. Δεν γίνεται να δημιουργήσεις κοινωνίες ισότητας και ελευθερίας, όταν αυτή η μορφή οργάνωσης είναι ιστορικά κι ουσιαστικά ταυτισμένη με την εμφάνιση κι εξέλιξη τού κρατισμού επί γης. Εν ολίγοις, αν μια κοινωνική επανάσταση διατηρήσει την κοινωνική οργάνωση, είναι ζήτημα χρόνου να επιστρέψει βαθμηδόν στον κρατισμό. Τώρα, αν αυτός αποκαλείται «ελεύθερα εργατικά συμβούλια», ή όπως αλλιώς, δεν θα έχει καμιά απολύτως σημασία για τους εξουσιαζόμενους. Το αντίθετο θα λέγαμε· είναι επιπλέον αήθες να ασκείς εξουσία, να κυριαρχείς στις ζωές των ανθρώπων και όλο αυτό να το βαπτίζεις «ελεύθερες κοινωνίες», «ισότητα», «αλληλεγγύη» ή ο,τιδήποτε παρόμοιο.

Μάλιστα, υπάρχει και η άποψη πως ναι μεν στη μαζική κοινωνία δεν μπορεί η ελευθερία να ανθίσει, όπως έχει εξελιχθεί μέχρι τις μέρες μας, ωστόσο, αν γυρίσουμε το ρολόι του χρόνου πίσω, στις ελλαδικές πόλεις-κράτη ή στις εν μέρει αντίστοιχης μορφής πολιτικές οντότητες της λεγόμενης Αναγέννησης (σημερινή βόρειος Ιταλία) επί παραδείγματι, μπορούμε να βρούμε κοινωνίες όχι τόσο μαζικές, που ο άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει την ανθρωπινότητα του. Εξ άλλου, αυτές τις κοινωνίες δεν παρουσιάζει κι ο Πιοτρ Κροπότκιν, στο έργο του Το κράτος και ο ιστορικός του ρόλος, ως μορφές οργάνωσης από τις οποίες οι αναρχικοί μπορούν να αντλήσουν πολύτιμα απελευθερωτικά στοιχεία; Διαφωνούμε βεβαίως πλήρως. Εφ’ όσον η κοινωνία είναι από καταβολής της εξουσιαστικός μηχανισμός, με όποια «συνταγή» κι αν «σερβιριστεί», τα αποτελέσματα τόσο στην γεύση όσο και στην πέψη, θα είναι δυσάρεστα. Ως εκ τούτου, δεν είναι ζήτημα μαζικής, μη μαζικής, μικρής ή μεγάλης κοινωνικής οργάνωσης. Προφανώς και η αίσθηση της καταπίεσης είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση. Όμως, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το εύρος της καταπίεσης ή η πλήρης εξάλειψη της; Ασυζητητί το δεύτερο.

Θεωρούμε πως ο αντικρατικός αγώνας, ένας αγώνας εσωτερικός κι εξωτερικός, βαθιά πνευματικός και στοχευόμενα βίαιος, επιθυμεί την πλήρη κατάργηση του κράτους, την έξοδο των ανθρώπων από την κοινωνία-φυλακή και την δημιουργία κοινοτήτων, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων κι όχι όσες επίπλαστες γεννά ο τεχνοβιομηχανικός πολιτισμός. Ένας κοινοτισμός, με βάση την σωζόμενη μνήμη της ανθρωπότητας, πριν αυτή μπει στο δόκανο της κυριαρχίας. Τα παραδείγματα τόσο από το μακρινό παρελθόν, όσο και από το σχετικά εγγύτερο είναι πολλά. Βεβαίως είναι γόνιμο να παραδειγματιζόμαστε από τον βίο και τα πεπραγμένα των ελεύθερων φυλών· ωστόσο, η αναρχική κοινοτική συμβίωση δεν περιχαρακώνεται σε κανένα καλούπι, ακόμη κι αν αυτό είναι αντιπολιτικό. Δεν επιδιώκουμε την αναβίωση ενός συγκεκριμένου παρελθόντος τρόπου ζωής, που είχε άλλωστε κάποτε εκδηλωθεί φυσικά. Διαφορετικά, θα ήταν σα να προτείναμε μια αναπαράσταση ελευθερίας. Προτείνουμε κάτι που ενέχει πολύ περισσότερες δυσκολίες, αλλά θα είναι εξίσου ζωντανό και υπαρκτό. Την συνειδητοποίηση και επιλογή ενός κόσμου αληθινής ελευθερίας, που να μπορούμε να τη μοιραστούμε, όχι να τη φανταζόμαστε.

Και στο σημείο αυτό, είναι ουσιώδες να αναφέρουμε την σημαντικότητα της αναρχικής ομάδας, την μικρότερη μεν, ύψιστης σημασίας δε, μορφή ελεύθερης οργάνωσης των ανθρώπων, αναπόσπαστο στοιχείο της αναρχικής κοινότητας. Μπορούν οι μετέχοντες σε αναρχικές ομάδες στο σήμερα να μην αναπαράγουν, το κατά δύναμιν βεβαίως, το πλέγμα των επιβεβλημένων εξουσιαστικών σχέσεων; Μπορούν να διατηρήσουν την ανθρωπινότητά τους, ενώ ταυτοχρόνως δίνουν έναν αγώνα βίαιο, αλλά και πνευματικό για την συνολική απελευθέρωση; Μπορούν μέσα στην υπερ-αλλοτριωμένη μαζική κοινωνία, να γίνουν φορείς ενός απελευθερωτικού ήθους, που θα εμπνέει και θα δίνει κουράγιο στους υπόλοιπους αγωνιζομένους, δίχως φυσικά να εκτραπεί μια τέτοια αγαθοπροαίρετη στάση, σε βήμα ελιτισμού; Μια αναρχική ομάδα που είναι σε θέση να πράξει –το κατά δύναμιν επαναλαμβάνουμε– τα άνωθι και να προχωρήσει κι ακόμη περισσότερο, θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει το απαραίτητο υποσύνολο για την δημιουργία των αναρχικών κοινοτήτων που οραματιζόμαστε. Ωστόσο, δεν ονειροβατούμε· ως «αναρχικές» πλέον χαρακτηρίζονται ακόμη και δράσεις, που μόνο σε κιτάπια κρατιστών και συμμοριτών μπορείς να βρεις εγγεγραμμένες. Η κάθε αναρχική ομάδα, βεβαίως, κρίνεται για όσα πράττει ή όχι, για όσα καταθέτει γραπτώς ή προφορικώς ή για όσα δεν επιλέγει να τοποθετηθεί.

Ας μην λησμονούμε, εν τούτοις, και την θέση του ατόμου σε μια αναρχική ομάδα και κατ’ επέκτασιν σε μια αναρχική κοινότητα. Θα καταπιεζόταν η προσωπικότητα του; Θα ένιωθε ίσως πως συντρίβεται η ατομική του βούληση μέσα στο σύνολο; Οι απαντήσεις εδώ δεν είναι καθόλου υποθετικές. Και τούτο διότι, η ύπαρξη και λειτουργία των αναρχικών ομάδων έχει αποδείξει στην πράξη πως όχι μόνον η ατομικότητα δεν καταπιέζεται μέσα στην ομάδα, αλλά απεναντίας η ίδια η ύπαρξη και λειτουργία της αναδεικνύει τα γόνιμα, τα πλέον απελευθερωτικά στοιχεία της προσωπικότητας του ατόμου. Όποιος έχει συμμετάσχει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα σε μια αναρχική ομάδα το γνωρίζει καλά. Αν τώρα αυτό στο οποίο συμμετείχε ήταν ένα μίγμα παρεϊσμού, ψιλοκομμένου χαβαλέ και μαυροκόκκινων (ή μαυροπράσινων τελευταίως) φλάμπουρων κι όχι αναρχική ομάδα, η ευθύνη του είναι σε μεγάλο βαθμό προσωπική, αφού οι ομάδες φέρουν τα χαρακτηριστικά όσων συνειδητά επιλέγουν να τις αποτελούν. Αν πάλι συμμετείχε πράγματι σε μια αναρχική ομάδα, έζησε επί μακρόν διαφωνίες και ομοφωνίες και μοιράστηκε στιγμές αγώνα που τα λόγια είναι φτωχά να περιγράψουν, αλλά αποχώρησε δίχως να εκτιμήσει όσα βίωσε, πρόσφερε και οικειοποιήθηκε ελεύθερα ως αναρχικός, τότε η ευθύνη είναι ομοίως σχεδόν αποκλειστικά δική του.

Οι αναρχικές ομάδες που είναι εις θέσιν να λειτουργήσουν όπως ήδη αναφέραμε αλλά, ωστόσο, κι αναρχικοί ατομικά, συνθέτουν ελεύθερα αναρχικές συλλογικότητες, μια πιο διευρυμένη θα λέγαμε μορφή αναρχικής οργάνωσης. Αν τα άνωθι δεν είναι κατ’ όνομα, αλλά εμπεριέχουν την ουσία της Αναρχίας σε κάθε ομοφωνία ή διαφωνία, σε κάθε ζήτημα που προκύπτει, τότε και το όραμα της αναρχικής κοινοτικής συμβίωσης θα μπορούσε να γίνει πράξη, μετά την βίαιη καταστροφή του κράτους και την εν συνεχεία έξοδο των ανθρώπων από τις ασφυκτικές κοινωνικές δομές. Φρονούμε επίσης, πως αν οι αγωνιζόμενοι δεν προωθούν ως πρακτική και θεώρηση, μια πραγματικά αντιπολιτική στάση, όπως επίσης και αν δεν αποτελούν φορείς ενός  απελευθερωτικού ήθους κι όχι ενός ηθικισμού στον οποίο καθρεφτίζεται ο κρατικός βόρβορος, οι αιματοβαμμένες επαναστάσεις γεμίζουν απλώς με λευκές πλάκες τα κοιμητήρια. Κι αυτό είναι εντελώς ατελέσφορο· διαιωνίζει την κυριαρχία και της δίνει άλλοθι ύπαρξης, μιας και ιστορικά οι επαναστάσεις έφεραν κυρίως (πέρα βεβαίως από σημαντικότατες εμπειρίες και μνήμες αγώνα) πιο οργανωμένες μορφές κρατισμού κι εξουσίας.

Υποτιμούμε πολύ τον εαυτό μας, αν πιστεύουμε πως πια όλα είναι δεδομένα και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για αυτά. Προσβάλουμε την ίδια μας την ύπαρξη και ζωή, αν νομίζουμε ότι η κοινωνία επιβάλλει τους όρους κι εμείς δεν έχουμε παρά να αφεθούμε στην ομοιομορφία και την παραίτηση που αυτή νομιμοποιεί. Γελιόμαστε, αν νομίζουμε ότι με μερικές ακόμη αυταπάτες θα ξεγελάσουμε την κοινωνία και τους εαυτούς μας ότι εμείς ανήκουμε σε μια χαρισματική μειοψηφία. Φέρουμε τη ζωή μας όχι ως μια υποχρέωση που πρέπει να διεκπεραιώσουμε ούτε ως μια κρυψώνα για να κρυφτούμε, αλλά ως μια απόδειξη ότι η ελευθερία φυτρώνει σαν άγριο λουλούδι, εκεί που κανείς δεν την έσπειρε.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 141, Σεπτέμβριος 2014
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s