Ερμηνεύοντας την πολιτισμική αποτυχία του φιλελευθε- ρισμού: Το δώρο που μας χάρισε ο Christopher Lasch  

του Τζέϊμς Σήτον 
το άρθρο του James Seaton The Gift of Christopher Lasch είχε δημοσιευθεί μετά τον πρόωρο θάνατο του Κρίστοφερ Λας (Φεβ. 1994) – περιοδικό First Things, τ. Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 1994 
 

Προς το παρόν, δεν μπορούμε ακόμη να έχουμε μια ισορροπημένη αξιολόγηση του έργου τουChristopher Lasch. Για πολλούς, ο Lasch ήταν πάνω απ’ όλα ο συγγραφέας του βιβλίου «Η κουλτούρα του ναρκισσισμού» (1979), που είναι ένα αδυσώπητο κατηγορητήριο εναντίον της σύγχρονης κοινωνίας. Η National Review για παράδειγμα, στη νεκρολογία του συγγραφέα, είχεκαταλήξει σ’ ένα συμπέρασμα – ασφαλώς γενναιόδωρο προς μια φυσιογνωμία όπως ο Lasch,ταυτισμένη με την αριστερά σε όλη της τη σταδιοδρομία, που τον χαρακτήριζε ως κάποιον, που «αν και είχε την ικανότητα να φωτίζει, ήταν o καλύτερος στο να καταριέται το σκοτάδι». 

Εκείνοι, για τους οποίους ο Christopher Lasch ήταν ένα υπόδειγμα  πνευματικής ακεραιότητας, πρέπει να θεωρούν μια τέτοια σύνοψη του έργου του στην καλύτερη περίπτωση παραπλανητική. Ναι, η δια βίου κριτική του Lasch εναντίον ενός φιλελευθερισμού που αναζητά «ανώδυνη πορεία προόδου προς την ουράνια πολιτεία του καταναλωτισμού», παραμένει απαράμιλλη. Ναι, ήταν ένας από τους λίγους κοινωνικούς κριτικούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν τη σιωπηρή παραδοχή που κρύβεται τόσο συχνά πίσω από την προοδευτική σκέψη, 

ότι «οι άνδρες και οι γυναίκες επιθυμούν μόνον να απολαμβάνουν  τη ζωή, καταβάλλοντας την ελάχιστη προσπάθεια». 

Ωστόσο, η μεγαλύτερη σπουδαιότητα του Lasch, έγκειται στο αργό, επίπονο ταξίδι του προς μια βαθύτερη γνώση τόσο των ανθρώπινων όντων, όσο και της πραγματικότητας. Ένας από τους αγαπημένους όρους του Lasch για να επαινεί κάτι, ήταν να το αποκαλεί «με κόπο κερδισμένο». Kαι το δικό του επίτευγμα, οι διαπιστώσεις του, που πάνε πέρα από τα όρια που μπορεί να φθάσει η επικρατούσα τάση του φιλελευθερισμού, ήταν επίτευγμα με κόπο κερδισμένο,ακόμη και άν μετρηθεί με τα δικά του υψηλά πρότυπα. Η σταδιοδρομία του αποκαλύπτει το ηθικό και πνευματικό ύψος, στο οποίο μπορεί να φθάσει ένας διανοούμενος, άν περιφρονήσει τις παρηγοριές που προσφέρονται στους διανοούμενους, όταν βλέπουν τους εαυτούς τους ως όντα ανώτερα από ηθική και πνευματική άποψη, σε σύγκριση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα.  

Με το βιβλίο The American Liberals and the Russian Revolution (Οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι και η Ρωσική Επανάσταση,1962), ο Lasch ξεκίνησε την ανάλυση του φιλελευθερισμού, την οποία θα συνεχίσει και θα εμβαθύνει σε όλη τη σταδιοδρομία του. Σημείωσε έξυπνα ότι οι φιλελεύθερες αυταπάτες για τη Ρωσική Επανάσταση βασίστηκαν σε ένα θεολογικό λάθος. Η ιδέα, άν όχι και πραγματικότητα, της Ρωσικής Επανάστασης, θα παραμείνει ακαταμάχητη για τους δυτικούς φιλελεύθερους,

«για όσο καιρό μένουν προσκολλημένοι στο όνειρο ενός επίγειου παράδεισου, από τον οποίο η αμφιβολία θα είχε για πάντα εξοριστεί». 

Ο Lasch θα συμπληρώσει και θα ενισχύσει αυτό το σημείο, στο τελευταίο βιβλίο που εκδόθηκε πριν από το θάνατό του, The True and only Haven, Progress and its Critics (Ο  Αληθινός και Μόνος Παράδεισος: Η  Πρόοδος και οι επικριτές της, 1991), όπου σημείωνε ότι η μικροαστική τάξη – οι «μέσοι Αμερικανοί», που τόσο επιπόλαια έχουν κατηγορηθεί από τους φιλελεύθερους κριτικούς, τουλάχιστον αυτοί

«είναι απίθανο να εκλάβουν κατά λάθος τη γη της επαγγελίας που υπόσχεται η πρόοδος, ως τον αληθινό και μοναδικό παράδεισο».

Ωστόσο στην αρχή, ο Lasch, αναζητώντας μια πιο βαθιά αντίληψη της ζωής,στράφηκε προς τον Μαρξ και τον Φρόιντ. Στο έργο που καθιέρωσε τη φήμη του ως διανοουμένου, The New Radicalism in America (1965), η θρησκεία εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως πηγή συσκότισης. O Lasch διαπίστωσε στη συνέχεια ότι «οι θρησκευτικές ρίζες του προοδευτικού δόγματος» ήταν η πηγή της «κύριας αδυναμίας του», την οποία διέγνωσε ως την αντι-πνευματική προθυμία να χρησιμοποιείται η εκπαίδευση «ως μέσο κοινωνικού ελέγχου» και όχι ως βάση για διαφωτισμό. Στο βιβλίο αυτό διατηρούσε την ελπίδα ότι «μια ριζοσπαστική κριτική της Αμερικανικής κοινωνίας» μπορεί πάντα να συγκροτηθεί με την ενσωμάτωση του μαρξισμού και της ψυχανάλυσης, ίσως προς την κατεύθυνση που υπέδειξε ο Herbert Marcuse με τα βιβλία του Έρως και Πολιτισμός και Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1970 ο Lasch εργάσθηκε με μέσα τις ιδέες του Μαρξ και του Φρόιντ, μια προσπάθεια που κορυφώθηκε στο βιβλίο Η κουλτούρα του ναρκισσισμού. Ήδη, όμως, φαινόταν οι ενδείξεις, ότι ο ίδιος ποτέ δεν θα έμενε ικανοποιημένος με οποιαδήποτε εικόνα του κόσμου που μπορούσαν  να προσφέρουν αυτές οι δύο μορφές στοχαστών και οι συνεχιστές τους. Στο βιβλίοThe World of Nations, μια συλλογή δοκιμίων του 1973, ο Lasch παρουσίασε με έμφαση την «αντιπάθειά του πρός τις Whiggish [ιδέες των πρώτων Άγγλων «Φιλελεύθερων» – Whigs – της πρώιμης περιόδου του Διαφωτισμού στο τέλος του 17ου αιώνα, που είχαν την αντίληψη ότι η ιστορία ακολουθεί το δρόμο μιας αναπότρεπτης προόδου και βελτίωσης και έκαναν κρίσεις ή αξιολογήσεις για το παρελθόν με κριτήριο το παρόν] ή προοδευτικές ερμηνείες της ιστορίας». Σε ένα δοκίμιο με θέμα τους Μορμόνους, αντιστάθηκε στον πειρασμό να μακρηγορήσει για τις ανοησίες του θρησκευτικού φανατισμού. Αντ’ αυτού, επισήμανε ότι η αφομοίωση των Μορμόνων στην αμερικανική κοινωνία  

«επιτεύχθηκε με την εγκατάλειψη εκ μέρους τους, όποιων χαρακτηριστικών του δόγματος ή του τελετουργικού τους ήταν απαιτητικά και δύσκολα», ειδικά με εγκατάλειψη  «της ιδέας για μια επίγεια κοινότητα οργανωμένη σύμφωνα με τις θρησκευτικές αρχές»

Χωρίς να αποδέχεται τη θεολογία των Μορμόνων, ο Lasch επισήμανε με έμφαση το πολύ μεγαλύτερης επιρροής σφάλμα της επικρατούσας τάσης του θρησκευτικού φιλελευθερισμού, στο οποίο είχε αρχικά αντιταχθεί oMορμονισμός,   

«την γεμάτη άνεση ψευδαίσθηση, ότι η θρησκεία είναι μια υπόθεση του πνεύματος μόνον, και δεν έχει καμία σχέση με το υπόλοιπο της ζωής».

Στο βιβλίο Haven in a Heartless World – The Family besieged (Λιμάνι σ’ έναν άκαρδο κόσμο – η οικογένεια υπό πολιορκίαν, 1977), μας προσφέρει μια γεμάτη πάθος κριτική της «διαφωτιστικής άποψης», η οποία επικύρωσε 

«την υποκατάσταση της αυθεντίας των γονέων, ιερέων και νομοθετών από την ιατρική και ψυχιατρική αυθεντία».

Στο New Radicalism in America, ο Lasch είχε σημειώσει την τάση των προοδευτικών να ταυτίζουν τον κοινωνικό έλεγχο με την ελευθερία, ωστόσο τώρα δεν ήταν η σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά η παραδοσιακή οικογένεια, αυτό που φαινόταν να παρέχει την καλύτερη ελπίδα για να αποκρουσθούν οι «νέες μορφές κυριαρχίας». Ο Lasch ανακάλυψε μια λανθάνουσα δύναμη και αντοχή στην οικογένεια και στην «παλιομοδίτικη ηθική της μεσαίας τάξης», επισημαίνοντας ότι η παρακμή της οικογένειας σήμαινε επίσης  

«την παρακμή της ρομαντικής αγάπης» και «την παρακμή των υπερβατικών ιδεωδών γενικά». 

Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού (The Culture of Narcissism), το μοναδικό bestseller του Lasch, αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να ενσωματώσει τέτοιες ιδέες μέσα σε μια Μαρξιστική πολιτική σκέψη και σ’ ένα Φροϋδικό τρόπο ανάλυσης. Οι περισσότεροι αναγνώστες, συμπεριλαμβανομένου προφανώς του προέδρου Τζίμι Κάρτερ, παρατήρησαν μόνο την συντριπτική αίσθηση της εθνικής «ασθένειας», που με τόση δύναμη κοινοποιούσε το βιβλίο αυτό, και τους διέφυγε το κατηγορητήριο του Lasch εναντίον του «συστήματος του εταιρικού καπιταλισμού» και η έκκλησή του για μια «σοσιαλιστική επανάσταση».Η παραμέληση ήταν κατανοητή, διότι άν ο Lasch ήταν σωστός, φαίνεται ότι υπάρχουν λίγα που θα μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε από εμάς για οτιδήποτε, έτσι ή αλλιώς. Κάτω από τον ζυγό της κουλτούρας του ναρκισσισμού, ακόμη και η τέχνη και η θρησκεία, «ιστορικά οι μεγάλοι πρόξενοι χειραφέτησης από τη φυλακή του εαυτού», είχαν χάσει την απελευθερωτική δύναμη τους, και στο τέλος ακόμη και η έλξη των δύο φύλων είχε χάσει την «δύναμή της να παρέχει μια φαντασιακή απελευθέρωση».
Το βιβλίο φαίνεται να σηματοδοτεί ένα αδιέξοδο, αλλά και για τον ίδιο τον Lasch, παραδόξως, έγινε σημείο καμπής. Έχοντας φτάσει στο ναδίρ της απαισιοδοξίας, ο Lasch ήταν
ωστόσο απρόθυμος να παραδοθεί στον μεταμοντερνιστικό κυνισμό του συρμού. Σε μια συζήτηση σχετική με το βιβλίο του Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, ο Lasch ανακοίνωσε την κατεύθυνση που είχε επιλέξει, μια κατεύθυνση που θα τον φέρει σε σύγκρουση με πρώην συμμάχους του και θα προκαλέσει παρανοήσεις από επίδοξους φίλους του.Δήλωσε ότι η Αριστερά 

«επέλεξε λάθος πλευρά στον πολιτισμικό πόλεμο μεταξύ του μέσου Αμερικανού” και των μορφωμένων ή ημι-μορφωμένων τάξεων, οι οποίες έχουν απορροφήσει ιδέες της avant garde [πολιτισμικής πρωτοπορίας], απλά και μόνον για να τις θέσουν στην υπηρεσία του καπιταλισμού της κατανάλωσης».

Απο εδώ και πέρα, η κριτική του για τις αυταπάτες που είναι εγγενείς τηςδιαφωτιστικής άποψης, θα γίνεται όλο και πιο διεισδυτική. Ωστόσο, ο  Lasch δεν διολίσθησε προς την πικρία [του αρνητισμού], αφού ήταν πλέον έτοιμος ν’ αναζητήσει αλήθειες που παραβλέπονται ή επικρίνονται από τις προοδευτικές ιδεολογίες.
Στον Ελάχιστο εαυτό (The Minimal Self, 1984)
ο Lasch διατύπωσε τη ρητήαναγνώριση ότι οι ιδέες της παραδοσιακής θρησκείας διατηρούσαν τη ζωντάνια τους, ενώ η ηθική και πνευματική αυθεντία των Μαρξ, Φρόιντ και των επιγόνων τους μαράθηκε. Απορρίπτοντας την απλή ψυχική «επιβίωση» ως στόχο με νόημα, ο Lasch υποστήριξε ότι η «αυτο-επιβεβαίωση παραμένει μια δυνατότητα, ακριβώς στο βαθμό που μια παλαιότερη αντίληψη της προσωπικότητας, με ρίζες στην ιουδαιο-χριστιανική παράδοση, συνεχίζει να υπάρχει, παράλληλα με μια συμπεριφορική ή θεραπευτική αντίληψη».Πρόσθεσε ότι μόνον αυτή η μορφή «αυτο-επιβεβαίωσης» φαίνεται να προσφέρει πραγματική ελπίδα για «δημοκρατική ανανέωση». Ενώ για πολλούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης η μνήμη του Άουσβιτς έδειχνε να δικαιολογεί μια «ηθική της επιβίωσης» μέσα σ’ έναν κόσμο χωρίς νόημα, ο Lasch υποστήριξε ότι «τα μόνα μαθήματα που έχει να προσφέρει το Άουσβιτς» είναι «η ανάγκη για ανανέωση της θρησκευτικής πίστης, η ανάγκη μιας συλλογικής δέσμευσης για αξιοπρεπείς κοινωνικές συνθήκες». Ο Lasch επεσήμανε ότι η ανάγνωση απομνημονευμάτων κρατουμένων στο Άουσβιτς αποκαλύπτει ότι σε γενικές γραμμές, οι ίδιοι οι επιζώντες δεν μετεστράφησαν προς οποιαδήποτε ηθική απλής επιβίωσης.

«Βρήκαν τη δύναμη στον εξ αποκαλύψεως λόγο ενός απόλυτου, αντικειμενικού και παντοδύναμου δημιουργού… και όχι σε προσωπικές “αξίες”, που είχαν νόημα μόνο για τον εαυτό τους».

Στα συμπερασματικά αποσπάσματα του Ελάχιστου Εαυτού, ο Lasch συνόψισε την νέα σπουδαιότητα που αποδίδει στην θρησκεία. Διαχειρίσθηκε την άποψή του με γενικούς όρους και προσεκτικά απέφυγε να στηριχθεί σε αναφορές στα Θεία, απέφυγε την συνηθισμένη παρουσίαση των προσωπικών συναισθημάτων του, ωστόσο τα λόγια του είναι εύγλωττα:  

«Στην ιστορία του πολιτισμού… οι εκδικητικοί Θεοί δίνουν τη θέση τους σε Θεούς οι οποίοι όχι μόνον δείχνουν έλεος, αλλά και προτρέπουν στην ηθική του ν’ αγαπάς τον εχθρό σου. Μια ηθική αυτού του είδους ποτέ δεν κέρδισε κάποια γενικευμένη δημοτικότητα, αλλά συνεχίζει να ζει, ακόμη και στη δική μας διαφωτισμένη εποχή, ως υπενθύμιση τόσο της κατάστασης πτώσης στην οποία βρισκόμαστε, όσο και της εκπληκτικής ικανότητάς μας για ευγνωμοσύνη, μεταμέλεια και συγχώρηση, με τη βοήθεια της οποίας τώρα και στη συνέχεια μπορούμε να υπερβαίνουμε την πτώση».

Στο βιβλίο The True and only Haven, Progress and its Critics, ο Lasch δεν διατύπωσε μόνον μια ισχυρή κριτική εναντίον της άποψης περί της προόδου, κορυφαία ελπίδα της οποίας είναι ένα «όραμα ανδρών και γυναικών απελευθερωμένων από τους εξωτερικούς περιορισμούς», αλλά, ακόμη πιο σημαντικό, σκιαγράφησε το περίγραμμα μιας εναλλακτική παράδοσης.Εξετάζοντας τόσο διαφορετικές, αταίριαστες μορφές, όπως ο Jonathan Edwards, ο Orestes Brownson, o Ralph Waldo Emerson, o Thomas Carlyle, o William James, o Reinhold Niebuhr και ο Martin Luther King, o Lasch έψαξε για μια αντίληψη της «ελπίδας» που θα μπορούσε να ξεχωρίζει από τη ρηχή αισιοδοξία της προοδευτικής σκέψης. Σε αντίθεση με την φιλελεύθερη άποψη των ανθρώπων ως καταναλωτών, θυμήθηκε την «ηρωική αντίληψη της ζωής», που διατυπώθηκε, για παράδειγμα, στον Καθολικό ριζοσπαστισμό του Ορέστη Brownson. Ο Lasch επισήμανε ότι ο Brownson και η πρώιμη δημοκρατική παράδοση συμμερίζονταν 

«την υπόθεση ότι η ζωή δεν αξίζει, αν δεν την ζήσει κανείς με πάθος, ενέργεια και αφοσίωση».

Συμφωνώντας ότι η υποψία αυτή ήταν δικαιολογημένη, ο Lasch υποστήριξε ότι μια πραγματικά δημοκρατική κουλτούρα απαιτεί την κοινή δέσμευση όχι στην διαφοροποίηση και στην πολυμορφία ως αυτοσκοπό, αλλά μάλλον σε «ένα απαιτητικό, ηθικά εξυψωτικό πρότυπο συμπεριφοράς». Επισήμανε ότι 

«η πολιτική πίεση για μια πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου μπορεί να έρθει μόνον από τις κινήσεις που εμψυχώνονται από θρησκευτικούς σκοπούς και από μια υψηλή αντίληψη της ζωής».

Σε ένα από τις πιο εντυπωσιακά του κεφάλαια, ο Lasch εικονογραφεί το μεγαλείο του Martin Luther King, ο οποίος απευθύνθηκε στο έθνος ως σύνολο, αλλά 

«μίλησε επίσης με τη γλώσσα των δικών του ανθρώπων, οι οποίοι ενσάρκωναν τις δικές τους εμπειρίες σκληρής διαβίωσης και εκμετάλλευσης, αλλά και επιβεβαίωναν ότι όντως ζούμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ανάρμοστη σκληρότητα».

Όπως ο Λίνκολν, ο King άντλησε δύναμη από 

τη «λαϊκή θρησκευτική παράδοση, της οποίας το μείγμα ελπίδας και πίστης στο πεπρωμένο ήταν εντελώς ξένο προς τον φιλελευθερισμό».

Σ’ ένα ξεχωριστό δοκίμιο, ο Lasch απέδωσε «την κατάρρευση του κινήματος υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων» [των μαύρων] στην φιλελεύθερη επιμονή, ακόμη και μεταξύ των κληρικών, να αντιμετωπίζουν τα φυλετικά ζητήματα «με επιχειρήματα που αντλούσαν από τη σύγχρονη κοινωνιολογία και από την επιστημονική διάψευση των φυλετικών προκαταλήψεων», αντί να αντιμετωπίζουν τις ηθικές και θρησκευτικές βάσεις τους, που ο King είχε διατυπώσει με τόσο συναρπαστικό τρόπο.

Ίσως τα πιο προκλητικά κομμάτια του βιβλίου The True and only Haven είναι εκείνα στα οποία ο Lasch προχώρησε πέρα από την κριτική του του πολιτικού αλλά και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού, για να ανακτήσει αντιλήψεις της πραγματικότητας οικείες σε προηγούμενες γενιές, αλλά που απορρίφθηκαν από τους προοδευτικούς. Ο Lasch επισήμανε ότι η προοδευτική αισιοδοξία είναι εύκολο να κλονιστεί όταν τα πράγματα πάνε στραβά.  

«Aπό την άλλη πλευρά, η διάθεση και νοοτροπία που σωστά περιγράφεται ως ελπίδα, εμπιστοσύνη ή θαύμα, – τρία ονόματα για την ίδια κατάσταση της καρδιάς και του νου – επιβεβαιώνει το καλό της ζωής απέναντι στα όριά της. Δεν μπορεί να ηττηθεί από τις αντιξοότητες».

Η «διάθεση» που ανακαλεί ο Lasch, ενισχύεται από τις ιδέες κοινές στις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, που απορρίφθηκαν όμως από την Διαφωτιστική άποψη:  

«Η δύναμη και το μεγαλείο του κυρίαρχου δημιουργού της ζωής. Το αναπόφευκτο του κακού, με τη μορφή των φυσικών ορίων της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο αμαρτωλός χαρακτήρας της εξέγερσης του ανθρώπου εναντίον αυτών των ορίων. Η ηθική αξία της εργασίας, η οποία ταυτόχρονα σηματοδοτεί την υποταγή του ανθρώπου στην αναγκαιότητα και τον κάνει ικανό να την υπερβαίνει..»

Τέτοιες ιδέες δεν είναι πρωτότυπες, αλλά προσφέρουν κάτι καλύτερο από την απλή πρωτοτυπία: Την ανάκτηση για λογαριασμό μας, σήμερα, ιδεών από το παρελθόν. Είναι το δώρο που μας δόθηκε χάρις στην επίμονη ενασχόληση του Lasch με τις ιδεολογίες του παρόντος και εναντίον των ιδεολογιών του παρόντος. Η σταδιοδρομία και το ταξίδι του Lasch μας θυμίζει ότι η πνευματική ακεραιότητα και αναστοχαστική ανεξαρτησία εξακολουθεί να είναι δυνατή ακόμα και κάτω από την κυριαρχία του μεταμοντέρνου μηδενισμού. Θρηνώντας για τον θάνατο του Christopher Lasch, μπορούσαμε επίσης να είμαστε ευγνώμονες για τα κεριά που άναψε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s