Mario Perniola-Ο μαρξισμός από την ιδεολογία στο ομοίωμα

Mario Perniola-Ο μαρξισμός από την ιδεολογία στο ομοίωμα

Η κοινωνία των ομοιωμάτων,εκδόσεις Αλεξάνδρεια,σελ. 30-40. Μέρος Πρώτο: Ομοιώματα και πολιτική,ΙΙ. Πολιτιστική πολιτική και πολιτιστικό εγχείρημα
Στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη,περισσότερο απ’ ότι σ’ όλα τα άλλα έργα του,ο Μαρξ υπογράμμισε τη θεμελιακή σημασία του ιστορικού φανταστικού ως παράγοντα ιστορικής αποτελεσματικότητας. Απέχοντας πολύ από την αντίληψη κατά την οποία το ιδεολογικό φανταστικό είναι ένα επιφαινόμενο ανίκανο για δράση,ο Μαρξ το θεωρεί ουσιαστική προϋπόθεση της Γαλλικής Επανάστασης (και γενικότερα των «αστικών επαναστάσεων»,όπως τις ονομάζει). Το γεγονός ότι η Γαλλική Επανάσταση μεταμφιέστηκε με τις στολές της αρχαίας Ρώμης,δανειζόμενη απ’ αυτήν «τα ονόματα,τα μαχητικά συνθήματα,τις στολές,για να παραστήσει (auffuhren) με την αρχαιοπρεπή αυτή σεβάσμια μεταμφίεση (Vekleidung) και μ’ αυτή τη δανεισμένη (erborgten) γλώσσα τη νέα σκηνή της ιστορίας» [1],δεν είναι απλώς ένας ανούσιος και δευτερεύων εξωραϊσμός,αλλά η ίδια η προϋπόθεση της επιτυχίας της,χάρη στην οποία μετασχηματίζει μια απλή δυνατότητα σε ιστορική τελεσφορία. Ο μετασχηματισμός της πολιτιστικής και λογοτεχνικής παράδοσης σε πολιτιστική πολιτική,σε εργαλείο πολιτικής αποτελεσματικότητας έγινε δυνατότητα χάρη στην κρίση του Ancien Regime: σε τέτοιες στιγμές οι άνθρωποι -λέει ο Μαρξ- καλούν στην υπηρεσία τους «τα πνεύματα του παρελθόντος» και πετυχαίνουν τον πραγματικό σκοπό τους (das wirkliche Ziel) δια μέσου των φαντασμάτων της παράδοσης. Αυτή «βαραίνει σαν βραχνάς (Alp) στο μυαλό των ζωντανών» τόσο περισσότερο όσο οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια εντελώς νέα κατάσταση όπου πρέπει να δημιουργήσουν τα πάντα εκ του μηδενός,να μετασχηματίσουν ριζικά τους εαυτούς τους και τα πράγματα.
   Ο Μαρξ συλλαμβάνει εδώ μια βασική όψη της Γαλλικής Επανάστασης,που συνίσταται στο άνοιγμα μιας πολιτικής διάστασης όπου η κουλτούρα,η αναφορά σ’ ένα ιστορικό μοντέλο του παρελθόντος,είναι πηγή εξουσίας,όπου η κοινωνία δεν μπορεί να κάνει χωρίς ένα φανταστικό αντίγραφο που να της χρησιμεύει σαν καθρέφτης,όπου η νομιμότητα θεμελιώνεται στην επανάληψη ενός έγκυρου πρωτότυπου· ο Saint Just έλεγε: «ο κόσμος είναι κενός μετά τους Ρωμαίους,και μόνο η ανάμνησή τους τον γεμίζει και προφητεύει ακόμη την ελευθερία». Τα «μυστικά» (arcana) της εξουσίας του Ancien Regime διαδέχεται η αδιάκοπη άσκηση ενός δημόσιου λόγου που είναι η αναπαράσταση ενός πρότυπου,ενός ιδεώδους,μιας αξίας. Μέσα απ’ αυτή τη μίμηση ο κόσμος γίνεται θέατρο ενός πολιτικού αγώνα μεταξύ αληθινού και ψεύτικου,καλού και κακού,που εμπλέκει τους πάντες και τα πάντα και πρέπει γι’ αυτό να συνειδητοποιηθεί.
Η θέση της πολιτικής καταλαμβάνεται έτσι από αυτό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν ορίσει στην Αγία Οικογένεια ως αυταπάτη της πολιτικής [2]: αυτή η αυταπάτη πάνω στην οποία θεμελιώνεται το ιδεολογικό φανταστικό υπήρξε απαραίτητη στους πρωταγωνιστές της Γαλλικής Επανάστασης «για να αποκρύψουν από τον ίδιο τους τον εαυτό το εντελώς αστικό περιεχόμενο των αγώνων τους και για να διατηρήσουν το πάθος τους στο ύψος της μεγάλης ιστορικής τραγωδίας» [3]. Αναδύονται έτσι από το λόγο του Μαρξ τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της πολιτιστικής πολιτικής: η απόκρυψη μιας πραγματικότητας που γίνεται θολά αντιληπτή ως ρυπαρή πίσω από το αυθεντικό μοντέλο,το ιδεώδες,την αξία,και ο ενθουσιασμός,ο συγκινησιακός ζήλος,η παθιασμένη εμπλοκή,που επιτρέπει να εξυμνούνται οι νέοι αγώνες και να εκθειάζονται στη φαντασία τα καθήκοντα που τίθενται: εξιδανίκευση και μετουσίωση [4].
Για τον Μαρξ όμως,η απατηλή διάσταση της πολιτικής που συναρτάται με την εθελοτυφλία και τον αυτοφενακισμό σχετικά με τους αληθινούς σκοπούς της δράσης δεν είναι πάντα αποτελεσματική· η γαλλική επανάσταση του 1848 -στην οποία είναι αφιερωμένη η 18η Μπρυμαίρ– δείχνει ακριβώς το αντίθετο: εδώ η ανάσταση των νεκρών χρησιμεύει μονάχα για να παρωδηθούν οι παλιοί αγώνες,για να μην πραγματοποιηθεί τίποτε,να τεθεί σε κυκλοφορία το φάντασμα της επανάστασης αφού κανείς δεν κατέχει το πνεύμα της. Η μεταμφίεση δεν είναι προϋπόθεση τελεσφορίας,αλλά αντιθέτως,το μέσο για να απαλλαχθεί κανείς από τη δράση· ο λόγος και η κουλτούρα,η πολιτιστική πολιτική δεν είναι πια καθεαυτή ένα όπλο,αλλά ένας τρόπος για να πάρουν οι φανταστικοί αγώνες τη θέση των πραγματικών αγώνων. Η αυτο-απόκρυψη και ο ενθουσιασμός έγιναν συνώνυμα της ηλιθιότητας και της πολιτικής ανοησίας. Το γεγονός ότι οι ρεπουμπλικάνοι αστοί και οι δημοκράτες του 1848,κληρονόμοι του επαναστατικού φανταστικού της πρώτης γαλλικής επανάστασης,αποκλείστηκαν τόσο γρήγορα και τόσο εύκολα από την εξουσία δείχνει την πλήρη έλλειψη κατανόησης της κατάστασης από τη μεριά τους. Η πολιτιστική τους πολιτική είναι για γέλια: «οι δημοκράτες -λέει ο Μαρξ- πιστεύουν στις σάλπιγγες στον ήχο των οποίων καταρρέουν τα τείχη της Ιεριχούς,και κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά στα τείχη του δεσποτισμού προσπαθούν να επαναλάβουν το θαύμα». Η αυταπάτη δεν προαναγγέλει τη νίκη αλλά την ήττα:«κανένα κόμμα δεν υπερβάλλει στον ίδιο τον εαυτό του για τα μέσα του περισσότερο από το δημοκρατικό,κανένα δεν γελιέται περισσότερο αντιμετωπίζοντας με τόση επιπολαιότητα την κατάσταση». Τέλος,κατά τον Μαρξ,οι δημοκράτες ούτε καν μπορούν να μάθουν από την πείρα,διότι αποδίδουν το φταίξιμο για τις ήττες τους όχι στον εαυτό τους και στην άποψή τους,αλλά στα γεγονότα,τα οποία στο μέλλον θα πρέπει να τους δικαιώσουν.
Η ήττα της γαλλικής επανάστασης του 1848 δείχνει άραγε ότι η πραγματιστική πολιτική υπερέχει απέναντι στην πολιτιστική πολιτική,ότι η κατάσταση των πραγμάτων γκρέμισε τα όνειρα της ιδεολογίας; Κάθε άλλο. Δείχνει,κατά τον Μαρξ,ότι μπήκαμε σε μια άλλη διάσταση του ιδεολογικού φανταστικού που αυτός ονομάζει γελοιογραφία,παρωδία. Η γαλλική επανάσταση του 1789 ήταν η επανάληψη της ρωμαϊκότητας,η επανάσταση του 1848 είναι η επανάληψη της επανάστασης του 1789,άρα η επανάληψη μιας επανάληψης· η πρώτη ήταν μια τραγωδία,η δεύτερη είναι μια φάρσα· αυτό το πέρασμα συνεπάγεται δύο φανταστικούς χώρους,δυο πολιτιστικές πολιτικές εντελώς διαφορετικές: στην πρώτη η τελεσφορία ήταν συναφής με την εξιδανίκευση και την εξύμνηση,με την αυταπάτη,με τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση· στη δεύτερη είναι τελεσφόρος μόνον όποιος ξέρει να μεταχειρίζεται την ιδεολογική απόκρυψη και τη συγκινησιακή εμπλοκή χωρίς ποτέ να τις συμμερίζεται,με το μέγιστο κυνισμό και την πιο αναίσχυντη θρασύτητα. Μαέστρος αυτής της δεύτερης ιδεολογικής τελεσφορίας είναι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης,ο τυχοδιώκτης του racket που ονομάστηκε «Εταιρία της 10ης Δεκεμβρίου»,«ένας παλιός και περπατημένος roue [αγύρτης] που αντιλαμβάνεται την ιστορική ζωή των λαών και τις κεφαλαιώδεις πολιτικές υποθέσεις τους (Haupt-und Staatsaktionen) σαν μια κωμωδία με την πιο χυδαία έννοια της λέξης,σαν μια μασκαράτα (Maskerade),όπου τα μεγάλα κοστούμια,τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες χειρονομίες χρησιμεύουν μονάχα σαν προσωπεία (Zur Maske) στις πιο ταπεινές παλιανθρωπιές». Η διαμάχη που τον φέρνει αντιμέτωπο με το κόμμα της τάξεως,που αντιπροσωπεύει την μπουρζουαζία,είναι απ’ αυτήν την άποψη εξαιρετικά αποκαλυπτική· δυο πολιτιστικές πολιτικές,δυο είδη πολιτικού φανταστικού συγκρούονται: από τη μια η αστική τάξη που σκηνοθετεί την τέλεια κωμωδία (die vollstandigste Komodie),«αλλά με την πιο μεγάλη σοβαρότητα,δίχως να παραβιάσει καμία από τις πιο σχολαστικές απαιτήσεις της γαλλικής δραματικής εθιμοτυπίας […] η ίδια μισογελασμένη,μισοπεινασμένη από τη μεγαλοπρέπεια των δικών της κεφαλαιωδών πολιτικών υποθέσεων»,από την άλλη ο τυχοδιώκτης που ξέρει ότι η κωμωδία δεν είναι τίποτε άλλο από κωμωδία (der die Komodie platt als Komodie nahm),από τη μια ο αστός,ο οποίος τυφλώνεται από την ίδια την ιδεολογία του,που είναι ένα σύνολο «πρακτικής χυδαιότητας και θεωρητικού πλεονασμού»,σε σημείο ώστε να πιστεύει ότι «ένας πολιτικός άνδρας μπορεί να πολεμηθεί μόνο με καθαγιασμένα ανώτερα μέσα»,από την άλλη ο τυχοδιώκτης,ο οποίος δεν διστάζει να αναβιώσει το μύθο της αυτοκρατορίας με ρακή και λουκάνικα με σκόρδο,με ψεύτικες εταιρίες αγαθοεργίας και λαχεία της κομπίνας. Η νίκη ανήκει στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη που σε μια εποχή φάρσας,ήξερε να παίζει  με τον πιο φαρσοειδή τρόπο.
Η δεύτερη αυτή πλευρά του ιδεολογικού φανταστικού δεν πρέπει να αποκρυφθεί με αιδώ: ρίχνει ένα ανησυχητικό φως πάνω στο φασισμό,στο ναζισμό,στην εποχή μας: υπάρχουν εποχές όπου το μοντέλο της πολιτιστικής πολιτικής πρέπει να είναι η φάρσα,διότι μόνο η φάρσα είναι αποτελεσματική: δεν είναι μόνο ο ενθουσιασμός και η έξαρση που πετυχαίνουν μεγάλα πράγματα,αλλά και η πιο αισχρή και ποταπή μίμησή τους. Παρά την αποστροφή που μια τέτοια διατύπωση μπορεί να προκαλεί στους ιδεαλιστές και στις ευγενικές ψυχές,πρέπει να έχουμε την τόλμη να δούμε στην ιδεολογική αγυρτεία μια ακόμη όψη της δύναμης της κουλτούρας. Ο Ναπολέων ο Γ’ είναι κι αυτός προϊόν εκείνης της επανάστασης που τον 18ο αιώνα έκανε συγγραφείς και λόγιους να γίνουν τα πιο διακεκριμένα πολιτικά πρόσωπα του έθνους.
Αυτό που είναι κοινό τόσο στην τραγωδία όσο και στη φάρσα,τόσο στο ιδεολογικό φανταστικό της Γαλλικής Επανάστασης όσο και σ’ εκείνο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη,τόσο στην πολιτιστική πολιτική που θεμελιώνεται στην πίστη όσο και σ’ εκείνη που θεμελιώνεται στην εξαπάτηση,είναι η δομή της παράστασης,της Vorstellung. Η ιδεολογική πολιτική είναι πάντα το αντίγραφο ενός μοντέλου,ενός πρωτοτύπου,ενός προτύπου: η τελεσφορία της στηρίζεται στην αναβίωση του παρελθόντος,ασχέτως αν γίνεται καλόπιστα ή κακόπιστα,με ψευδή συνείδηση ή ως εσκεμμένη απάτη. Ο Ροβεσπιέρρος είναι ο αντικαταστάτης,ο remplacant,o Ersatzmann του Βρούτου,όσο και ο Ναπολέων ο Γ’ είναι ο αντικαταστάτης του Ναπολέοντα του Α’. Η πολιτιστική πολιτική είναι πάντα το διττό,η σκηνοθεσία ενός κειμένου παρμένου από τη λογοτεχνική και πολιτιστική παράδοση: η έως τώρα προσπάθεια της κοινωνικής αισθητικής να εξηγήσει τη λογοτεχνία δια μέσου της πολιτικής πρέπει να μεταστραφεί· ότι η λογοτεχνία επηρεάζει την πολιτική ιστορία,τουλάχιστον όσο η τελευταία επηρεάζει την πρώτη [5].
Στο σημείο αυτό τίθεται το αποφασιστικό ερώτημα: ο μαρξισμός είναι κι αυτός μια πολιτιστική πολιτική: Αυτό δηλαδή το ιδεολογικό φανταστικό που θεμελιώθηκε στην απόκρυψη και τον ενθουσιασμό,το οποίο έδωσε ιστορική πραγματικότητα και πρακτική τελεσφορία στη Γαλλική Επανάσταση και στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη,μπορεί να το αναλάβει και να το κληρονομήσει ο μαρξισμός;
Εάν σκεφτούμε την ιστορία του μαρξισμού,η απάντηση είναι θετική: ο Λένιν και ο μπολσεβικισμός θεώρησαν μοντέλο έμπνευσης τη Γαλλική Επανάσταση και ιδιαίτερα την περίοδο των Γιακωβίνων. Η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε η Αρχαία Ρώμη των μπολσεβίκων. Ήδη από το 1904 ο Λένιν όρισε τον επαναστάτη ως «γιακωβίνο,αξεδιάλυτα συνδεδεμένο με την οργάνωση του προλεταριάτου,με συνείδηση των ταξικών συμφερόντων του» [6]. Από την άποψη αυτή ο μαρξισμός δεν μπόρεσε να απαλλαχθεί από τη διάσταση της ιδεολογικής τελεσφορίας που βασίζεται στην επανάληψη ενός μοντέλου και η ιστορική του επιτυχία είναι αδιαχώριστα συνυφασμένη με την πολιτιστική πολιτική του: αναμφίβολα ο μαρξισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού πολιτισμικού πλαισίου [civilta] που εγκαινιάστηκε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση,η οποία «έχει ανάγκη από ιστορικές αναμνήσεις για να κρύψεις από τον εαυτό της το περιεχόμενό της» [7].
Η απάντηση όμως που συνάγεται από το κείμενο του Μαρξ είναι αντίθετη· ο Μαρξ αντιπαραθέτει πράγματι με κατηγορηματικούς όρους την κομμουνιστική επανάσταση στις αστικές επαναστάσεις:η κομμουνιστική επανάσταση -λέει- «δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν,αλλά μόνο από το μέλλον. Δεν μπορεί ν’ αρχίσει να είναι ο εαυτός της προτού απαλλαγεί από κάθε προληπτική πίστη στο παρελθόν. Για να συνειδητοποιήσει το περιεχόμενό της πρέπει ν’ αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους». Η τελεσφορία που σκέφτεται ο Μαρξ δεν προέρχεται λοιπόν από το χαρακτήρα της (ανα)παράστασης,της Vorstellung,του διττού· εμπεριέχει αντιθέτως τη διάλυση αυτής της δομής,που αρθρώνεται πάνω στη σχέση πρότυπο-αντίγραφο,πρωτότυπο-επανάληψη,και την υπέρβαση του ιδεολογικού φανταστικού που βασίζεται στην απόκρυψη και τον ενθουσιασμό. Ο Μαρξ δηλαδή σκέφτεται το τέλος της πολιτιστικής πολιτικής που βασίζεται στην ιδεολογία και την έλευση ενόςτελεσφόρου φανταστικού χωρίς απόκρυψη και χωρίς ενθουσιασμό.
Πράγματι,σε διάκριση από την ιδεολογική πολιτική που πορεύεται μεταμφιεσμένη εξ ορισμού,της οποίας η τελεσφορία εξαρτάται από τη μεταμφίεση (Verkleidung),το τελεσφόρο φανταστικό που σκέφτεται ο Μαρξ είναι διάφανο: «πρώτα η φράση υπερίσχυε απέναντι στο περιεχόμενο· τώρα το περιεχόμενο θριαμβεύει πάνω στη φράση». Αυτή η διαφάνεια του περιεχομένου δεν συνδηλώνει όμως κάτι το μεταφυσικό: δεν συνεπάγεται δηλαδή την υιοθέτηση ενός μεταφυσικού ρεαλισμού ούτε και συνδηλώνει κάτι το ηθικό· δεν έχει δηλαδή τίποτε να κάνει με την ειλικρίνεια,την καλή πίστη και τα παρόμοια. Το νέο φανταστικό τοποθετείται πέρα από τη μεταφυσική και την ηθική· είναι διάφανο γιατί φαίνεται ως αυτό που είναι και αντιστρόφως είναι αυτό που φαίνεται: έχει τέλος πάντων μια μοναδική διάσταση που υπερβαίνει τις συμπληρωματικές έννοιες του αληθινού και του φαινομενικού κόσμου.
Σε διάκριση εξ άλλου από την ιδεολογική πολιτική που παρακινείται από τον ενθουσιασμό και το πάθος,που γεννάει περιόδους πυρετού και θύελλας (Drang-und Sturmperiode) [*],που φωτίζει ανθρώπους και πράγματα με φωτιές βεγγαλικών,που καθιστά την έκσταση καθημερινή ψυχική διάθεση,το νέο τελεσφόρο φανταστικό είναιαδιάφορο· ο συναισθηματικός του τόνος είναι μάλλον η Nuchternheit [νηφαλιότητα], το να μην είναι κανείς μεθυσμένος,να εξετάζει σε βάθος ψύχραιμα έως και ωμά (grausam-grundlich) την κατάσταση και τον εαυτό του,να έχει ανοσία απέναντι σε μύθους,αυταπάτες,συσκοτιστικές εξάρσεις.
Ο Μαρξ προσφέρει έτσι όλα τα στοιχεία για την κριτική της πολιτιστικής πολιτικής: το πέρασμα από την πολιτιστική πολιτκή στο πολιτιστικό εγχείρημα εμπεριέχει όμως έναν προβληματισμό που ο Μαρξ προφανώς δεν αντιμετώπισε,αλλά που μπορεί να νοηθεί μέσ’ από αυτόν,προεκτείνοντας την ανάλυσή του για τις σχέσεις κουλτούρας και εξουσίας.
Η κατάσταση μπροστά στην οποία βρισκόμαστε σήμερα είναι πράγματι η διάλυση της αναπαραστατικής δομής που αρθρώνεται στη διάκριση μεταξύ ενός πρωτοτύπου και ενός αντιγράφου. Η ιστορική επανάληψη δίνει τη θέση σε μια εικόνα που δεν παριστάνει πια θεατρικά το πρωτότυπο,αλλά καταλαμβάνει τη θέση του,χωρίς ωστόσο να είναι ούτε πρότυπη,ούτε αυθεντική. Προκύπτει έτσι μια διάσταση της ιστορίας που,από τη μια,είναι πολύ πιο αποπραγματοποιούσα και αποπραγματοποιημένη απ’ ό,τι η ιδεολογική ιστορία,από την άλλη όμως επιβάλλεται ως τελεσφορία που δεν έχει ανάγκη από καμιά πολιτιστική προκαταβολή ή εγγύηση,διότι είναι από μόνη της διαμεσολαβημένη και πολιτιστική. Ο ιδεολόγος,ο διανοούμενος-πολιτικός γίνεται άχρηστος: η λειτουργία του που συνίστατο στη διατήρηση της σχέσης μεταξύ πρωτότυπου κι αντίγραφου,στην εγγύηση της ορθής και πιστής εκτέλεσης του κειμένου,ματαιώνεται. Η τελεσφορία της σύγχρονης εικόνας δεν εξαρτάται από την επανάληψη ενός μοντέλου,αλλά αντιθέτως από τη χειραφέτηση του αντίγραφου από κάθε μοντέλο,από το ότι είναι η ίδια γεγονός και παράδοση μαζί.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση δυο αντίθετες επιλογές είναι δυνατές: η άρνησή της και η αναζήτηση ενός πρωτοτύπου χωρίς αντίγραφο,δηλαδή μιας υπαρχής (Ursprung),ή η αποδοχή της και η ριζοσπαστικοποίησή της στην κατεύθυνση ενός αντίγραφου χωρίς πρότυπο,δηλαδή ενός ομοιώματος. Και οι δυο προοπτικές γεννιούνται από το κλείσιμο του ορίζοντα της αναπαράστασης και είναι νοητές με αφετηρία τον Νίτσε.
Κατά την πρώτη επιλογή,στην ιδεολογική ιστορία και στην εικόνα χωρίς νόημα αντιπαρατίθεται η έννοια ενόςαρχέγονου χρόνου που είναι ουσιαστικά προγενέστερος,μη χρονολογικός,μη γενετικός,μη δεδομενικός και γι’ αυτό μη επαναλαμβανόμενος,διότι ήδη ανέκαθεν δυνατός,διότι ήδη ανέκαθεν εγγυητής μιας ανόθευτης αυθεντικότητας και αλήθειας,ανά πάσα στιγμή ιδιοποιήσιμος στην αμόλυντη διάστασή του [8]. Τον διανοούμενο-πολιτικό διαδέχεται ο στοχαστής σε άμεση σχέση με την πηγή,με την υπαρχή. Ο τελεσφόρος ιστορικός κόσμος εγκαταλείπεται στο δικό του μη-νόημα.
Κατά τη δεύτερη επιλογή η πρόκληση που ο σύγχρονος κόσμος απευθύνει στην κουλτούρα γίνεται αντιθέτως αποδεκτή. Όπως θα έλεγε ο Μαρξ,δημιουργήθηκε επιτέλους «μια κατάσταση όπου γίνεται αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: Hic Rhodus,hic salta! [Ιδού η Ρόδος,ιδού και το πήδημα!]» [9]. Η σχέση μεταξύ κουλτούρας και ιστορικού κόσμου που εγκαινιάσθηκε από το Διαφωτισμό και τη Γαλική Επανάσταση πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία,πέρα από το πολιτικό πολιτισμικό πλαίσιο που αυτοί εγκαθίδρυσαν· για το λόγο αυτό δεν πρέπει να καθυστερούμε προσκολλημένοι στην ιδεολογία και την πολιτιστική πολιτική,ούτε να επιδιώκουμε να πηδήσουμε έξω από αδύνατες αρχέγονες αυτονομίες,αλλά χρειάζεται να είμαστε εντελώς «απαλλαγμένοι από αυταπάτες σχετικά με την εποχή και ωστόσο να εκφραστούμε ανεπιφύλακτα υπέρ της» [10]. Τον ιδεολόγο διαδέχεται ο πολιτιστικός λειτουργός σε άμεση σχέση μ’ έναν ιστορικό κόσμο απαλλαγμένο από απόλυτες ανάγκες και αξίες,αλλά και γι’ αυτό επιτελούς κατανοητό στη σχετική και γήινη διάστασή του. Καθήκον του είναι να ξέρει να μεταστρέφει τη φανταστική τελεσφορία που είναι χωρίς απόκρυψη,καθότι ασήμαντη,και χωρίς ενθουσιασμό,καθότι αναίσθητη,και η οποία τον αποπέμπει στην περιθωριακότητα της διακόσμησης,σ’ ένα γεγονικό φανταστικό που να είναι χωρίς απόκρυψη,καθότι διάφανο,και χωρίς ενθουσιασμό,καθότι γαλήνια αποχωρισμένο από το παρελθόν του. [11]

Σημειώσεις

1. K. Marx, Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte (1852),
2. K. Marx-F. Engels, Die heilige Familie oder Kritik der kritschen Kritik (1845), ό.π., τόμος
3. K. Marx, Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte, ό. π.
4. Για μια λεπτομερή ανάλυση των δύο αυτών πλευρών του ιδεολογικού φανταστικού βλ. P. L. Assoun, Marx et la repetition historique, P.U.F., Παρίσι,1978.
5. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρξ χρησιμοποιεί ευρύτατα καλλιτεχνικές παραβολές και μεταφορές για να εξηγήσει και να σχολιάσει τα σύγχρονά του ιστορικά γεγονότα:βλ. S. S. Prawer, Karl Marx and World Literature, Oxford University Press, Οξφόρδη,1976.
6. V. I. Lenin, Ένα βήμα μπρος,δύο βήματα πίσω (1904).
7. K. Marx, Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte, ό. π.
8. Αυτή η θέση εκφράζεται π.χ. στο βιβλίο του G. Agamben, Infanzia e storia. Distruzione dell’ esperienza e origine della storia, Einaudi, Τορίνο, 1978.
9. K. Marx, Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte,ό.π.
10. W. Benjamin, Erfahrung und Armut,στο: Gesammelte Schriften, Suhrkamp, Φραγκφούρτη,1974 και επόμ., ΙΙ, 1, σ. 213.

11. K. Marx, Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Einleisung, ό.π., τ.1.

[*] Χαρακτηρισμός εμπνευσμένος από το Sturm und Drang,λογοτεχνικό και πολιτιστικό κίνημα που πήρε το όνομά του από το ομώνυμο δράμα του F. M. Klinger (1776) και άνθισε στη Γερμανία κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων όπως οι J. G. Hamann, J. G. Herder, J. M. R. Lenz, F. Muller, H. L. Wagen,καθώς και οι νεαροί Schiller και Goethe. Σε αντίθεση προς τον κλασσικισμό και τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού επαναπρόβαλε το συναίσθημα,το πάθος,τη φαντασία και την έκφραση των ενστίκτων και υποστήριξε την ανανέωση της κοινωνίας σε αρμονία με τη φύση και στο όνομα της μεγαλοφυούς αντι-συμβατικής προσωπικότητας. (σ.τ.μ.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s