Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα

 

https://vlemma.wordpress.com/

To μετρό είναι το βαριετέ των περίεργων ανθρώπων. Μια υπόγεια φυλή, σχεδόν αλλόκοτη, ταξιδεύει από σταθμό σε σταθμό, βουβή, κατηφής, ηττημένη. Φορώντας τα πιο σκοτεινά κι αταίριαστα ρούχα, βρυχάται με μικρές άναρθρες κραυγές, διαμαρτυρόμενη, για το παρόν που της πέφτει αφόρητα στενό κουστούμι, τους στριμωγμένους συρμούς, τους διαβολικούς γέρους με τα μαγκούρια που σπρώχνουν να μπουν γρήγορα, απαιτώντας να καβατζώσουν μια θέση. Προσπαθείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, μα στρέφουν το βλέμμα στο πάτωμα, στο αόριστο σκοτάδι έξω από το παράθυρο, μέσα στο τούνελ, σε μια που μονολογεί, τσαλακώνοντας ένα κομμάτι χαρτί με θόρυβο, ξανά και ξανά,

«H γη είναι τρύπα και η τρύπα είναι γη».

Όμως ακόμα πιο πολλοί, ανατριχιαστικά πολλοί, πασπατεύουν το κινητό τους, ένας θεός ξέρει τι στο διάολο κάνουν αδιάκοπα με αυτό το μαραφέτι. Ένα κομψό ζευγάρι παπούτσια σπάνιο να πετύχεις πάνω τους, τα τηλέφωνα τους όμως φυσάνε.

*

Εκείνο το μεσημέρι, δεν πάει καιρός, που στεκόταν πάνω σε ένα κλειστό φρεάτιο, με πλάτη στον τοίχο υπό γωνία κι ενώ κουνιόταν ρυθμικά, ένας κύριος, πολύ καθωσπρέπει σε εμφάνιση, αλλά και σε τρόπους, ήρθε από την άκρη της αποβάθρας να τη ρωτήσει, αν αυτό στα πόδια της ήταν ζυγαριά. Απάντησε:

«Όχι φυσικά, είναι ένα φρεάτιο ηλεκτρικών καλωδίων»

και τότε έφυγε απότομα μακριά της, προς την αρχική του θέση, με μια λυπημένη έκφραση. Τον είχε, απολύτως απογοητεύσει.

*

Τις μέρες που φορά τεράστια μαύρα γυαλιά, ήδη από τις επτά το πρωί, αξημέρωτα, σέρνοντας τα πιο βαριεστημένα βήματα του σύμπαντος, την πιο ακοινώνητη έκφραση του γαλαξία, υπάρχουν κάποιοι που έρχονται καρφί σε κείνη, για να ρωτήσουν την πιο απίθανη υπόγεια διαδρομή. Στις τουαλέτες του γραφείου κοιτιέται να δει αν έχει κάτι σοβαρό επάνω της, λίγο παραπανίσιο κύρος που να την ξεχωρίζει από το ανακατεμένο πλήθος. Δεν βλέπει τίποτα. Βλέπει την έκφραση της γκρίνιας με σάρκα και οστά και καταλήγει, το κάνουν επίτηδες, θα σκέφτονται:

«Να αυτή, αυτή με το ύφος, η σνομπαρία, αυτή θα αναγκαστεί να σπάσει τη σιωπή της και να μιλήσει, αυτή θα ρωτήσω. Για να μάθει.»

*

Tα πρωινά ταξιδεύουν με το τρένο εκείνοι που δουλεύουν στο κέντρο. Μπορεί και οι άφραγκοι. Σε λίγο οι τελευταίοι, θα πηγαίνουν με τα πόδια. Γυναίκες, κορίτσια και συνταξιούχοι. Παρατηρεί πώς κοιτούν όσους κουβαλάνε σακούλες με ψώνια. Σχεδόν με μίσος. Σταλάζει μέσα τους ο φθόνος του πεθαμένου από καιρό αλόγιστου καταναλωτή. Το ίδιο φθονερό μάτι θα κεντράρει πάντα τον ωραίο κώλο μέσα στο κολάν. Πονάς όταν δεν μπορείς να συγχωρέσεις την ομορφιά σε μια νέα γυναίκα, πονάς από την στέρηση, τα χαμένα χρόνια, την αθωότητα που εξατμίστηκε σε φτηνές δικαιολογίες. Η μη αποδοχή της αρμονίας είναι η πιο βαθιά αναπηρία. Ο κώλος που χαζεύουν όλοι στο μετρό, θα υπάρχει, σκέφτεται, όσο και να τον λοιδορήσει κανείς, όσο και να τον μισήσει, όσο και να τον αγνοήσει, εκεί, στημένος, λάγνος, να θυμίζει, την ύπαρξη ομορφιάς σε ένα κόσμο ατελή, που οι εικόνες σκάνε σαν πυροτεχνήματα στο σκοτάδι, απότομα και με θόρυβο.

*

Η μόνιμη συννεφιά της απογευματινής επιστροφής, μια από αυτές τις μέρες που κάθονται σαν μολύβι στο στέρνο. Ψιλόβροχο και αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, έτοιμα να την καταβροχθίσουν. Ολόγυρα ούτε δυο μάτια να πιαστεί, ούτε ένα σώμα διαθέσιμο να ακουμπήσει πάνω του απαλά το βάρος της, με μια ιδέα άφεσης στην στιγμιαία ανθρωπιά της συνωστισμένης επαφής. Απελπισία. Ο ψηλός με το κουστούμι απέναντι, φτιάχνει το μαλλί του, ισιώνει τα πέτα του σακακιού του, αναρωτιέται αν βλέπει καλά. Αν αυτά που της γλείφουν το μάγουλο είναι δάκρυα. Δεν μπορεί να είναι τόσο γκαντέμης σκέφτεται, μια άγνωστη γυναίκα κλαίει μπροστά του, δημόσια, κοιτώντας ψηλά το ταβάνι, σα να περιμένει να βρέξει ελπίδα στο βαγόνι.

*

Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, φρεσκοβαμμένα μαύρα νύχια, ασόρτι με τη διάθεση, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ την μέσα στο συρμό για Φιξ. Έπιασε κρύο, αυτό που με την υγρασία σου περονιάζει τα κόκκαλα.

«Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια»

Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.

Απέναντι της, στην πόρτα, ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτά βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τα χέρια της δεν είναι ελεύθερα. Δεν έχει καλά καλά στεγνώσει το βερνίκι. Τον κοιτά ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.

Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγούνε στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια απορημένα. Φοβάται να του ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.

Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι τον γούσταρε. Θα αναθεωρήσει όμως αμέσως:

«Μπα η ιδέα μου θα ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να ήταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;»

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s