Η αισθητικοποίηση του καθημερινού


Η καθημερινότητα δεν είναι ένα αυταπόδεικτο βίωμα, μια καθαρή αμεσότητα, είναι ένα περιβάλλον που δεξιώνεται το νόημα, ένα αισθητικό και επιστημονικό αντί-κείμενο. Το σοβιετικό πείραμα, οι μαρξιστικές θεωρίες περί κοινωνίας αλλά και οι πολιτισμικές σπουδές που ακολούθησαν εγγράφονται σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί γενεαλογία του καθημερινού, μια γενεαλογία που συνθέτει ένα πολύμορφο διεπιστημονικό πεδίο. Ένα σύγχρονο αισθητικοποιημένο περιβάλλον που εδράζεται για τον Eagleton πάνω σ’ ένα σωματικό τρίπτυχο: «στο πάσχον σώμα του Marx, στο σώμα της ισχύς του Nietzsche και στο σώμα της επιθυμίας του Freud». Τρεις σωματικές εκφράσεις που είναι και αισθητικές εκδηλώσεις, πλεονασματικά νοήματα που υπερβαίνουν την πρακτικότητα του πραγματικού. Η «σωματική απόλαυση» που απαντάται στο πρώιμο έργο του Marx είναι αισθητικού περιεχομένου, είναι το σώμα που διανοίγεται σε μια αισθητική και αισθησιακή πρακτική, σε μια πολιτική άλλου τύπου. Όπως και η καλλιτεχνική δημιουργία στον Nietzsche ή η ασυνείδητη εικονοποιία του Freud έτσι και η επαναστατική διαδικασία στη μαρξική σκέψη είναι μια αισθητική αναπαράσταση, μια αισθητική κρίση επί της «μορφής του περιεχομένου». Ενός περιεχομένου όμως που διανοίγεται στη μορφική του απελευθέρωση, στο αταυτοποίητο της σκηνής του.
Το καθημερινό στα πλαίσια της μαρξιστικής σκέψης ήταν μια έννοια με επαναστατικό περιεχόμενο και δυναμική, μια έννοια που εμπραγμάτωνε την επαναστατική θεωρία και επικαιροποιούσε το μήνυμά της. Η ρομαντική θέση για την αναυθεντικότητα του καθημερινού βίου παραχωρεί τώρα τη θέση της στη δυνητικότητα του καθημερινού, στην επαναστατική του διάσταση και δυναμική. Μια ταξική συνείδηση που αναλαμβάνει το χωροχρονικό της πλαίσιο και κομίζει μια πραγματικότητα άλλη από την πραγμοποιημένη καπιταλιστική εμπειρία. Ο Lukacs αναφερόμενος στα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα» του νεαρού Μαρξ, ένα κείμενο που δεν μοιράζεται και πολλά από τον δομικό μαρξισμό, και ειδικότερα σε έννοιες όπως η αλλοτρίωση και η ευημερία, βάζει τα θεμέλια του πολιτισμικού μαρξισμού. Η αυθεντικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας αναζητάται στην συγκρουσιακή της διάσταση και όχι στον φετιχισμό του εμπορεύματος. Μια πάλη που εκδηλώνεται όμως έξω από την ιστορική αποτυχία του σοβιετικού οράματος. Σ’ αυτήν την απορία το έργο τέχνης γίνεται το πρότυπο μιας αντικειμενικότητας που έρχεται μέσα στο κατακερματισμένο καπιταλιστικό περιβάλλον για να ολικοποιήσει και να ενοποιήσει το αλλοτριωμένο υποκείμενο, για να κομίσει τη δυνατότητα μιας ουτοπικής διαφυγής έως την τελικότητα της ολοκληρωτικής του πραγμάτωσης.
Αυτή μάλιστα η εννοιοποίηση της καθημερινότητας, που ο Benjamin την αναγνωρίζει ως μια πολιτισμική κατηγορία, είναι μια κομβική στιγμή για την σύγχρονη σκέψη. Η φαινομενολογία της «κάθε μέρας» γίνεται εδώ εάν ευρύ πεδίο νοηματοδοτήσεων και διαφορών. Το εκπτωτικό τεχνολογικό περιβάλλον του Heidegger είναι για τον Benjamin μια δυνατότητα απελευθέρωσης και επέκτασης του ίδιου του Είναι. Η μορφοποίηση της καθημερινότητας περνά μάλιστα μέσα από αυτή τη διάχυση του καλλιτεχνικού έργου, από τη γόνιμη θέση του μέσα στο πλαίσιο αυτής της νέας τεχνολογικής αναπαράστασης. Οι τεχνολογικές εικόνες, η μηχανική αναπαραγωγή των έργων, είναι για τον Benjamin το όχημα για την αισθητικοποίηση του καθημερινού. Η αισθητική εμπειρία αποσπάται από το μοναδικό αντικείμενο και αναγνωρίζεται τώρα στην καθολική συγκίνηση της μηχανικής του αναπαραγωγής. Είναι η μεγαλειώδης συγχρονικότητα ενός ίχνους, πέρα απ’ αυτή του «μη συγχρονικού» (Ernst Bloch), που συγκροτεί μια διαφορά μέσα στην κανονικότητα του Λόγου. Οι εικόνες της τεχνολογίας γίνονται έτσι οι απόκρυφες διεμφανίσεις του καθημερινού βίου, ένα καινοφανές διαλεκτικό περιβάλλον που θα καθορίσει εφ εξής το σύνολο σχεδόν των όρων της ουτοπίας. Βρισκόμαστε μπροστά στην επαναστατική ηθική του αενάως επαναλαμβανόμενου αντικειμένου, του αντικειμένου που βρίσκεται διαρκώς εκτός εαυτού και γι αυτό και σε μια συνεχή διαθεσιμότητα με το πραγματικό. Αντικείμενα, που είναι για τον Benjamin, εκφραστικές μονάδες υπό διαρκή εννοιολόγηση, διαμελισμένες οντότητες, που επαναπαράγονται και επανασυντίθενται μέσα στον «κόσμο τώρα της εικόνας» και με αυτή την τεχνολογία της εικόνας. Πλάνητες (flaneur) υπάρξεις, που εγκαταλείπουν το παλαιό τους δέρμα και επανεγγράφονται σε μια νέα συνθήκη ζωής, σ’ αυτή τη νέα «φύση» του τεχνολογικού.


Αυτή η επανεφεύρεση του καθημερινού θα τεθεί τις δεκαετίες του 50 και του 60 στο αδέκαστο στόχαστρο των Καταστασιακών. Για τον John Roberts η καταστασιακή σκέψη κατέχει μια κομβική θέση στη φιλοσοφία της καθημερινότητας καθώς θα επιχειρήσει να συνδέσει εκ νέου το πολιτισμικό με το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Μέσα στο καπιταλιστικό περιβάλλον οι Καταστασιακοί θέτουν το επείγον ζήτημα της φαντασιακής θέσμισης μιας νέας προοπτικής, ενός νέου πολιτισμικού στοχασμού που θα παρεμβαίνει δραστικά ριζοσπαστικοποιώντας τη πράξη του υποκειμένου στον ορίζοντα της επαναστατικής του χειρονομίας. Θέτοντας το ρόλο της αισθητικής μέσα στη πορεία της υποκειμενικής και κοινωνικής χειραφέτησης έχουμε την ανάδυση, για άλλη μια φορά, ενός υποκειμένου που αναλαμβάνει την ολότητα των εμπειριών του. Μια υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζεται από τον Vanegeim ως μια «ριζική υποκειμενικότητα», ως μια υποκειμενικότητα που επιθυμεί, μέσα από το δημιουργικό βίωμα των αισθητικών γεγονότων, την κοινωνία μιας άλλης αυθορμησίας, τη σκηνή ενός άλλου βιώματος.
Παράλληλα όμως με αυτές τις μαρξιστικές προσεγγίσεις, οι εθνικιστικές εξεγέρσεις των αρχών του 20ου αιώνα επαναδιατύπωναν και αυτές με την σειρά τους την συλλογική ταυτότητα. Δεν ήταν πια οι ταξικές αλλά οι τοπικές, εθνοτικές διαφοροποιήσεις που χαρακτήριζαν το άτομο και την κοινωνία του. Η κουλτούρα έτσι του καθημερινού βίου αποδίδει στο άτομο την απωλεσμένη του ιδιαιτερότητα, την «διαφωρά» του, την εκκεντρικότητα των σημείων του. Μια πληθώρα κοινοτήτων αρχίζουν τώρα να διεκδικούν τα πολιτικά και κοινωνικά τους δικαιώματα, μαζί και την θεωρητική τους καθιέρωση. Από μια εθνική κουλτούρα με ένα ενιαίο σύνολο κανόνων περνάμε σταδιακά σε μια ετερόκλητη ποικιλία από υποκουλτούρες όπου η κάθε μια βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις άλλες. Δεν υφίσταται πια ένα «θεμέλιο του Είναι», μια απόλυτη αλήθεια που να κανονικοποιεί τον βίο του ανθρώπου, έστω αυτή η αντικειμενικότητα της επιστήμης. Υπάρχει μόνον ο Άλλος και ο εξωτισμός της μοναδικότητας του. Η θεωρία έτσι εγκαταλείπει τον διευρυμένο ορίζοντα των πλανητικών της υποθέσεων και αναλαμβάνει την τοπικότητα του παρόντος, την οξυμένη του διαφορά. Η θεωρία, ότι εννοούταν ως ανθρωπιστική πολιτική σκέψη, μετεξελίχθηκε σε πολιτισμική σπουδή, σε μια αυτοσυνειδησία με όχι ανύπαρκτο αλλά πάντως αδιόρατο και αμφίσημο πολιτικό στίγμα. Μετα-θεωρητικές προσεγγίσεις που αποδομούν αλλά ταυτόχρονα και αντικατοπτρίζουν το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αποστασιοποιούνται από τον πολιτικό ριζοσπαστισμό της καθολικής ανατροπής του Καπιταλισμού αλλά ταυτόχρονα δείχνουν και ανόρεκτες στην απροϋπόθετη στήριξη του. Το υποκείμενο έτσι της πάλαι ποτέ εργατικής τάξης εγκαταλείπεται ηδονιστικά στην νιρβάνα της μεταπολιτικής του απογοήτευσης.
Ένα ολόκληρο σύμπαν εννοιών, άλλοτε αποκλεισμένο, αναλαμβάνει τώρα τον ηγεμονικό του ρόλο. Η τέχνη, η ερωτική επιθυμία, η εθνικότητα, αυτό το καθημερινό βίωμα, επαναδιατύπωσαν την πολιτική διάσταση της θεωρίας μέσα από μια συντροφική, όπως λέει ο Eagleton, κριτική επαναπροσέγγιση του μαρξισμού. Μια σειρά φιλοσόφων από τον Barthes και την Kristeva έως τον Althusser και τον Lyotard δούλευαν πάνω στα πεδία των ερευνών τους διατηρώντας όμως πάντα μια διακριτική σχέση με τον μαρξιστικό ορίζοντα. Το ιστορικό τέλος της σοβιετικής εκδοχής και η επιβιωτική μετεξέλιξη του καπιταλισμού, εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τη μαρξιστική θεωρία. Βρισκόμαστε εδώ σε μια οριακή στιγμή της ιστορίας της φιλοσοφίας. Τη στιγμή του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων», όπως την χαρακτήρισε ο Lyotard. Και μια απ’ αυτές τις μεγάλες αφηγήσεις ήταν και αυτή του μαρξισμού. Είμαστε ήδη στον αστερισμό του meta, στο μετα-βιομηχανικό, μετα-πολιτικό, σ΄αυτό το ίδιο το μετα της θεωρίας, όπως επισημαίνει ο Eagleton. Οι πολιτισμικές θεωρίες που αναδύονται δεν στοχάζονται στη μεγάλη τους κλίμακα αλλά επικεντρώνονται στο τοπικό αισθητικοποιώντας το διαρκώς. Μια επιδεινούμενη αισθητικοποίηση που γίνεται αυτό το ίδιο το νόημα του κόσμου, η καλειδοσκοπική αναπαράσταση των κβαντικών του σημείων.


Μια κουλτούρα που δεν εδράζεται πλέον στο Λόγο, αλλά στη σαγήνη των φασματικών της αναφορών. Είναι η απροσδιοριστία που καθορίζει πλέον τη δομή της γλώσσας, απελευθερώνοντας μας από περισπούδαστες μέριμνες και θεμελιακές λογικές. Ένα αθεμελίωτο γλωσσικό Είναι που εξασφαλίζει παρόλα αυτά τη διάρκεια μιας νέας φυσικότητας. Μια φυσικότητα που είναι αυτή η πολιτισμικοποίηση του φυσικού. Τίποτε δεν υφίσταται πέραν του «φυσικού». Σκεφτόμαστε πάντα, ακόμη και αν η σκέψη μας είναι κριτική, μέσα στον ορίζοντα της γλώσσας μας και αυτό δεν αλλάζει. Αυτή μάλιστα η αποφυσικοποίηση του καθημερινού, είναι αυτή η μεταγλωσσική λειτουργία της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης. Μια πλεονασματική εμπειρία που καθιερώνει τη γλώσσα, την αισθητική μας αντίληψη και εν τέλει κι αυτή ακόμη την ηθική μας. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό το βάθος των πραγμάτων που ο Μούζιλ θα ονομάσει: «το βάθος της επιφάνειας». Στον ίλιγγο αυτής της αλήθειας οι φιλοσοφικές βυθομετρήσεις απολύουν το νόημα τους. Το βάθος των πραγμάτων γίνεται πλέον μια κατηγορία απλώς της μεταφυσικής σκέψης, μία βαθιά ανάμνηση στον καιρό της μεταμοντέρνας μας αμνησίας. Μια λήθη που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διασπορά των σημείων, το αενάως διακλαδιζόμενο πληροφορικό τους σύστημα, ο «αδιάκοπος βόμβος τους». Μια γλωσσική επιδείνωση που διαπερνά όλη την επικράτεια του πραγματικού, όλες τις εκδοχές των αναπαραστάσεων του. Ένας αέναος αναδιπλασιασμός, αυτή η υπερβολική αντανάκλαση του τίποτα. Η θεωρία έτσι αναλαμβάνει τον καλλιτεχνικό της ρόλο. Το λογοτεχνικό ύφος του Derrida ή του Heidegger, εκτρέπουν την φιλοσοφική γραφή πέραν της θεωρίας, στο χώρο της σαγήνης, στον ορίζοντα της ουτοπικής της διαφυγής. Μπορεί οι σύγχρονοι φιλόσοφοι να είναι οι αναμφισβήτητοι καλλιτέχνες των ημερών μας αλλά είναι μαζί και το τέλος του δημιουργικού. Σ’ αυτή τη μετά-μεταμεταφυσική εποχή οι θεωρίες της κουλτούρας μοιάζουν να είναι πια ο μόνος χώρος της ουτοπίας, ο χώρος όπου ο στοχασμός γίνεται «μια αληθινά αισθησιακή απόλαυση», (Brecht). Η σκέψη δεν ερμηνεύει έτσι το έργο αλλά γίνεται η ίδια ένα έργο, ένα αισθητικό γεγονός. Ένα γεγονός που εγκαταλείπεται στην απροσδιοριστία και την ανοικτότητα του έργου, σ’ αυτό το ασυνείδητο της δημιουργίας. Η μεγάλη συμβολή των Πολιτισμικών Θεωριών είναι αυτή η καλειδοσκοπική ματιά πάνω στην ιστορία. Πέρα από κάθε πραγματιστική και χρησιμοθηρική απόλαυση, που χαρακτήριζε κατεξοχήν την μαρξιστική οπτική, οι πολιτισμικές θεωρίες επικεντρώνονται ιδιότροπα στην εκκεντρικότητα των σημείων τους, στην υπερβατικότητα του βλέμματος, σ’ αυτό που ο Baudrillard θα ονομάσει: σκηνή της σαγήνης. «Το καθημερινό» θα πει ο Roberts, «περιέχει πάντα μια δόλια αλήθεια που διαφεύγει του νόμου ή της αφηρημένης γνώσης». Στις Μπλανσωνικές μάλιστα ακρώρειες το καθημερινό είναι αυτό που δεν συμβαίνει. Από τη μαρξιστική έτσι αντίληψη του «πλήρους υποκειμένου» περνάμε στο αδύνατο υποκείμενο και στην αποφατικότητα του βιώματος του.
Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της σκηνής, όπως είδαμε και στην αρχή, είναι και η σωματική ταυτότητα που αποδίδει σε μια σειρά από έννοιες. Δεν είναι έτσι η αφαιρετικότητα του κόσμου των ιδεών που συντάσσει την κοινωνική εμπειρία αλλά η θνητότητα του σώματος που εγγράφει τον εφήμερο λόγο του. Το εύθραυστο σημείο του σώματος μας γίνεται ο τόπος όλων των δυνατών μας συναντήσεων και απομακρύνσεών. Μία αμφίσημη γλώσσα που εγείρει την ταυτότητα μας αλλά κι αυτή την διαφορά μας από τον Άλλον. «Το σώμα του άλλου», λέει ο Eagleton, «είναι ταυτόχρονα ξένο και οικείο. Το γεγονός ακριβώς ότι μπορούμε να συνδεθούμε με αυτό τονίζει την διαφορετικότητά του. Άλλα πράγματα στον κόσμο δεν μας είναι ξένα καθόλου με την ίδια έννοια». Μια εξατομικευμένη ταυτότητα που διατίθεται στις μοναδικές, διυποκειμενικές της σχέσεις και μέσω αυτών στην ίδια την αθανασία της. Ο θάνατος υπάρχει, αλλά η κουλτούρα, στοχαζόμενη πάνω σ’ αυτόν, αδυνατίζει το νόημα του. Αποφυσικοποιώντας τον, τον αποδυναμώνει, τον εκτρέπει στη λήθη, στη λήθη της μοναδικής του αλήθειας. Ο άνθρωπος όταν υπάρχει σωματικά υπάρχει στο εφήμερο παρόν της προσωπικής του ιστορίας. Είναι αυτή η σάρκινη γλώσσα που απευθύνεται και απευθυνόμενη σιωπά. Γιατί το σώμα δεν ανήκει στον εαυτό του, ανήκει στο Έξω του, σ’ αυτό εν τέλει που το ξεπερνά. Λέει πάλι ο Eagleton: «ο θάνατος μου είναι ο θάνατος μου, που ήδη φωλιάζει στα κόκαλα μου, δουλεύοντας μυστικά στο σώμα μου. Παρ’ όλα αυτά πέφτει πάνω στη ζωή μου και την αφανίζει σαν να ερχόταν από μια άλλη διάσταση. Είναι πάντα πρόωρος». Ο θάνατος μας είναι έτσι μια ξένη οικειότητα. Καθιερώνει την περατότητα μου αλλά και με αποθανατίζει μέσα στις σχέσεις μου, μέσα στη γλώσσα του Άλλου. Ο Άλλος μεταθέτει τον θάνατο μου, τον εξοβελίζει στην μακρινή σφαίρα του αδιανόητου, εγώ όμως ανήκω μόνο στο νόημα μου. Εγκαταλείπομαι στη σαγήνη του Άλλου σημαίνει εγκαταλείπομαι στον εαυτό μου, αρνούμαι το ολοκληρωτικό μέγεθος της ανυπαρξίας μου και συνεχίζω να ζω.
Αυτή η ανωνυμία του σώματος, το σώμα που με κατέχει αλλά δεν το κατέχω, ανιχνεύεται και στο αφηρημένο της απεύθυνσής του. Η ένταση του Άλλου, η διαφορά του, με σαγηνεύει αλλά είναι τόσο έντονη αυτή η ξενότητά του που με εγκαταλείπει πάλι στην απορία. Ο Άλλος θα είναι πάντα για μένα η αδιαφορία του. «Η αγάπη είναι πάντα η αγάπη των ξένων». Αυτή η ίδια η απανθρωπία του ερώτα, η εκκεντρική του αθλιότητα και τίποτε άλλο.


Τα έργα που εικονογραφούν το κείμενο είναι του Dan Attoe

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s