Το ανεκπλήρωτο ίχνος της βίας

Η βία είναι η επιστροφή ενός ίχνους, ενός αρχέγονου ίχνους, που διεγείρει ο θάνατος του Πατέρα και η εκλειπτική του ονόματός του. Ο δεσμός των ενεργούντων αυτόν το θάνατο, ο συμφιλιωτικός τους δεσμός, είναι στοιχειοποιημένος αλλά και στοιχειωμένος απ τη βία αυτού του πένθους. Ένα πένθος που προσδίδει σ’ αυτό το δεσμό την ιερότητα και την ευγένεια της καταγωγής του. Αλλά και κάτι ακόμη, την αναμνημόνευση του, όπως θα πει ο Freud στο Τοτέμ και ταμπού. Ένα παρόν που εκθέτει τη βιαιότητά του στη προσδοκία της πολιτικής του αναπαράστασης και πραγμάτωσης. Μιας όμως αδύνατης αναπαράστασης και μιας εξαρνημένης πραγμάτωσης. Γιατί το ίχνος είναι το δίχως πραγμάτωση, το αδιάθετο στο χωροχρόνο. Ένα ανεξεικόνιστο και αδιαπέραστο Πραγματικό, στα όρια αυτό της καταγκρήμνισής του, μιας και δεν αναγνωρίζεται σε καμιά τυποποίηση και σε καμιά διάρκεια. Η διάρκειά του είναι ο αδύνατος χρόνος του, η ακαριαία και θνησιγενή ενεστωποίηση της αχρονίας του. Μετεωριζόμαστε ήδη σε μια περιοχή όπου τίποτε δεν μπορεί να κατακτηθεί, κανένας ξανακερδισμένος χρόνος, μόνον αυτή η μοναχική επιθυμία του ανθρώπου και το πένθιμο μαζί ίχνος της αντοχής της.

Στην πραγματικότητα της σύγχρονης εντροπίας μας, μια εξεγερσιακή δυναμική, επανεισάγει στη δημόσια σκηνή την αμφισημία αυτού του ίχνους. Μια δι-έγερση που αφυπνίζει χειραφετητικά προτάγματα αλλά και αποκαλυπτικές ονειρώξεις. Ιχνογραφίες μιας συμπτωμικής έξ-αρσης που επιχειρεί, πάνω στην τομή της ασυνέχειας που επιφέρει, να διαγράψει αμήχανα, τη δυνατότητα μιας πολιτικής αναπλαισίωσης του κόσμου. Οι ταραχές στα παρισινά προάστια το φθινόπωρο του 2005, η “εξέγερση” της Αθήνας το Δεκέμβρη του 2008, οι “αγανακτισμένοι” της κρίσης, το Occupy Wall Street, η “αραβική άνοιξη”, τελευταίως τα επεισόδια στη Βοσνία, αποδίδουν ένα ισχυρό αλλά αμφιλεγόμενο ίχνος. Το ίχνος μιας καθαρής βίας. Ένα αντανακλαστικό παρόν, εκτεθειμένο στο αδιέξοδο του, μιας και δεν αναγνωρίζεται στην ισχυρή προοπτική των ιδεών. Μια αυτοκτονική διάσταση που ανέλυσε ο Lacan στο στάδιο του καθρέπτη, όταν η βία επιστρέφει στο καταγωγικό της υποκείμενο. Μια φατική έτσι εκδήλωση, μια πράξη κυριολεκτικά δίχως νόημα, που εγγράφεται σύμφωνα με τον Badiou, στην ανοησία του Καπιταλισμού, στην α-κοσμία του κόσμου του και στην αφηρημένη του διασπορά.

Σ’ αυτόν τον κόσμο της φιλελεύθερης αδιαφορίας που συντελείται ό, τι ο Walter Benjamin θα ονομάσει, πολλές δεκαετίες πριν, πολιτισμικοποίηση της πολιτικής, όταν η οικονομική ανισότητα δεν είναι πλέον η ρίζα όλων των προβλημάτων αλλά απλώς ένα διαφορετικό lifestyle. Μια εξέλιξη που από τη μια επέφερε την αποπολιτικοποίηση και αποιδεολογικοποίηση του κόσμου και από την άλλη εδραίωσε τη θέση της κουλτούρας στο αμφιλεγόμενο νόημά της. Το υποκείμενο, εδραιωμένο στις πολιτισμικές του ριζώσεις, έρχεται αντιμέτωπο με τη κουλτούρα του άλλου. Μια πολιτισμική εκκεντρικότητα που συγκρούεται με αυτή την ίδια την οικουμενικότητα των ιδεών της. Γιατί η “ελευθερία επιλογής”, της “έκφρασης”, της “ανεκτικότητας”, η ίδια η “ατομική ελευθερία”, είναι όλα ιδέες που μοιάζουν να εγγράφονται σ’ έναν ακυρωμένο ορίζοντα λόγω της κοινωνικοπολιτισμικής τους καθήλωσης. Η οικουμενικότητα θα πει ο Zizek, οφείλει να βιώνεται «άμεσα ως οικουμενική», να επιδρά μεταμορφωτικά πάνω στο «αρχικό της πλαίσιο», να το εκτρέπει και να το πολιτικοποιεί, όπως ακριβώς δεν συμβαίνει.

Το ανώνυμο αυτής της βίας που διαχέει και εδραιώνει ο κόσμος μας, είναι και το ανώνυμο έτσι της ίδιας της πραγματικότητάς του. Μια πραγματικότητα που εγκαθιδρύει μέσα στον πυρήνα της τη βιαιότητα μιας αφαίρεσης, της αφαίρεσης του Πραγματικού. Μια ακραία διάχυση που εκχέεται σε όλα τα αποσπάσματα του σύγχρονου βίου, σε όλες τις δυνατές του εκδιπλώσεις. Μια ανιδεολογική θεώρηση που δεν τοπο-θετείται αλλά που διαρκώς δια-τίθεται στην αέναη περιδίνησή της. Μια μεταπολιτική βιοπολιτική που απ’ τη μια αποστερεί το υποκείμενο απ’ τα στοιχειώδη του δικαιώματα και απ’ την άλλη το διαθέτει στην φιλελεύθερη ανεκτικότητά του, σε μια ψευδαισθησιακή ηθική που επενδύει ψυχικά στην απόσταση του άλλου και στο ασφαλές μέγεθος της μοναδικής του ετερότητας. Εκεί όπου αναλαμβάνει και τη γυμνότητά του, το αδιάφορο βιολογικό του ίχνος. Μια ηθική στάση, εντοπισμένη σε διάφορες ιστορικές εμπειρίες που εξαντλείται στο πλαίσιο της «φετιχιστικής της απάρνησης», όπως θα πει ο Zizek, της απάρνησης του άλλου χάριν του μεγάλου Άλλου. Ο άλλος ως ένα πάντα τραυματικό συμβάν, μια ετερότητα που ενσαρκώνει την ίδια την αδυνατότητα της κοινωνίας, τη συγκρουσιακή της δυναμική. Η αιχμή ενός γλωσσικού σύμπαντος, ένα ασύμμετρο ίχνος, που μας εκθέτει στη συμβολική του βία, στο πεδίο του αλλότριου νοήματός του, στη βία δηλαδή του «Κυρίου Σημαίνοντος». Και από την άλλη ένα ίχνος που αντιστέκεται στην αφήγηση του, στην αποκαλυπτικότητα των σημείων του, σ’ αυτή την αντικειμενοποίηση της αλήθειάς του.

Το εξεγερσιακό υποκείμενο, έρμαιο αυτής της αδυνατότητας, είναι και το υποκείμενο μιας συμβαντικής, ασύνειδης διέγερσης, μιας τομής που ρηγματώνει την επιφάνεια της πραγματικότητας, και μας εκβάλλει στην αδιανόητη και αναμορφωτική τοπική της αλήθειάς του. Στην αποκαλυπτική μιας εμπειρίας που μας εκθέτει στην ίδια τη βιαιότητα και δραστικότητα του Πραγματικού. Η επεισοδιακή του εμφάνιση και ο αδιάγνωστος χαρακτήρας του, μπαντιουανά δάνεια όλα απ’ τις λακανικές καταθέσεις, είναι έννοιες που καινοτομούν πάνω στο ιδεολογικό σώμα της επαναστατικής θεωρίας, μιας θεωρίας που βρίσκεται πλέον στο μεταμαρξιστικό της περιθώριο και κυριολεκτικά εν υπνώσει. Το ανεντόπιστο αυτού του υποκειμένου, η νεφελώδης καταγωγή του και η απροσδιόριστη σκοποθεσία του, επεξηγούνται απ’ τον Badiou, στην αταυτοποίητη πραγματικότητά του, στην εκτοπισμένη θέση της αλήθειάς του. Ενώ στη μαρξική ανάλυση, αλλά και γενικότερα στη μαρξιστική θεωρία, το επαναστατικό υποκείμενο είναι η κοινωνιολογική σταθερά μιας ταξικής συνείδησης, στον Badiou το υποκείμενο αναγνωρίζεται στην μοναδικότητά του. Ακόμη και όταν εντάσσεται, μέσω της “διαδικασίας της Αλήθειας” στην “παράσταση της Ιστορίας”, ακόμη και σ’ αυτή τη σκηνή, μένει μια αχαρτογράφητη και ανερμήνευτη ενικότητα. Ένα υποκείμενο που συντονίζεται στην εκπομπή μιας αδιάθετης σκηνής, της σκηνής του Πραγματικού, μιας εκκεντρικής αλήθειας που το αποκαλύπτει στις επεισοδιακές του εγέρσεις και στην καινοφανή προοπτική που αυτές του διανοίγουν. Στο απροσδόκητο και ακαριαίο αυτής της υποκειμενοποίησης είναι που ο Badiou, σκιαγραφεί και το προφίλ του σύγχρονου εξεγερσιακού υποκειμένου. Έναν ανθρωπολογικό τύπο που εξαντλείται στην μηδενιστική του μέθη, στην αδιακρισία των στόχων του και στην περιορισμένη του τοπική, κοντολογίς στην ανεπάρκειά του. Ένα υποκείμενο που δεν είναι υπάκουο της γλώσσας, αλλά μιας ενέργειας που εκδηλώνεται πριν τη γλώσσα, ακριβώς στην νηπιακή ηλικία του ανθρώπου. Η ενεργειακή εκδήλωση έτσι μιας ψυχικής αναπαράστασης που δεν διήλθε μέσα από το “ενδιάμεσο”, όπως θα πει ο Freud, των λέξεων και έτσι έμεινε άγονη και αδιάθετη στη μνημονική της εκφορά. Μια εργασία που θα απέδιδε και στο πραξιακό συμβάν τη προοπτική του, το πεδίο της ενεργού του αλήθειας. Εκεί όπου οφείλει να εγγράφεται κάθε πράξη, ως μια γλωσσική έγερση που στοχάζεται το κόσμο και διαπλάθει, διανοίγοντας, την εμπειρία του.

Το σύγχρονο εξεγερμένο υποκείμενο, ανέπνευστο καθώς είναι μιας ιδέας, εξαντλεί και εξαντλείται απ’ την αμεσότητα της βιαιοπραγίας του. Είναι ένα υποκείμενο που δεν εκδηλώνεται στην ευρύτητα της προοπτικής του αλλά στην καθηλωτική στιγμή της χειρονομίας του. Δεν είναι το υποκείμενο ενός λόγου, μιας κατάφασης σε μια αλήθεια, όπως τα παραδοσιακά επαναστατικά υποκείμενα, αλλά το υποκείμενο μιας δέσμιας πραγματικότητας που αναλίσκεται στην αυτιστική μιμητική της ακολουθία. Ένας παρορμητικός χουλιγκανισμός που δρα τυχαία και σε κάθε ευκαιρία, απ’ τα κυριακάτικα ματς έως τις εθιμοτυπικές συνδικαλιστικές υπνοβασίες στις κεντρικές λεωφόρους. Μια αδιάκριτη εκδήλωσηθυμικών ενορμήσεων που αναγνωρίζεται στη βιοπολιτική της αμεσότητα αλλά και στην ηθική της διαθεσιμότητα, σ’ αυτή τη νοηματική της αδιαφάνεια. «Κανένας μεγάλος Άλλος», όπως θα πει χαρακτηριστικά ο Zizek, «δεν μπορεί να διασφαλίσει τη θεϊκή του φύση». Μια ανιδεολογική θέση που στερεί κι απ’ το συμβάν τον ιστορικό του ορίζοντα. Η μεταστατική αναζωπύρωση της ενέργειας του δεν διευρύνει την τοπική του, αλλά μετατοπίζει απλώς το πολιτικό του αδιέξοδο. Δεν το μεταθέτει σε μια άλλη τοπική, στην τοπική της ιδέας και της οικουμενικότητάς της, αλλά το εγκαταλείπει στην παρορμητική του περιδίνηση. Ένα συμβάν που δεν οικοδομεί την πραξιακή δυναμική του, δεν την συναρθρώνει μέσα στο σώμα του κοινωνικού και γι αυτό την εγκλωβίζει στο αρνητικό της νόημα. Η βιαιότητά του δεν ριζοσπαστικοποιεί το κοινωνικό πεδίο, όπως υποστηρίζει ο Badiou, αλλά αντιθέτως το συντηρητικοποιεί ακόμη περισσότερο, το κλείνει στον αμυντικό του εαυτό, καθώς δεν αναγνωρίζει στην εξτρεμιστική εκδήλωση κανένα σημείο ταύτισης παρά μόνον μια βαθιά προσβολή της αδιατύπωτης αγωνίας του.

Τα εξεγερσιακά όμως συμβάντα, τουλάχιστον του δυτικού κόσμου, ήταν εμπνεύσεις πάντα μιας ισχυρής κριτικής κουλτούρας. Από τη διαφωτιστική σκέψη έως τις μαρξιστικές και ψυχαναλυτικές θεωρίες αλλά κι αυτές οι μοντερνίστικες αποδομήσεις, όλα υπαγόρευαν μια γρηγορούσα συνείδηση. Μια υποκειμενικότητα που αναλάμβανε καινοτομώντας το παρόν της. Το εγειρόμενο Είναι δεν ταυτιζόταν, δεν ομοίαζε, αλλά διατιθόταν μόνο στην απειρία της ετερότητάς του. Στη σύγχρονη εποχή, εποχή του θεάματος, το εξεγερμένο υποκείμενο δεν αναγνωρίζεται ως ένα οδυρώμενο και εμπνευσμένοΕίναι αλλά ως το υποκείμενο μιας φαντασιακής βίας που διαθλάται σε ασύνειδες συσπάσεις και σε μιμητικούς αναδιπλασιασμούς. Έρμαιο καθώς είναι της ταυτοτικής του ανασφάλειας εξαντλείται στις ναρκισσιστικές του καθηλώσεις και σ’ ένα πραξιακό κενό που αδυνατεί να διαθέσει τον πολιτικό του αντίκτυπο, να πραγματώσει την εμβέλειά του. Η ελπιδοφόρα, για κάποιους, πρωτοτυπία της ανιδεολογικής θέσης των σύγχρονων εξεγέρσεων δεν δείχνει να επαληθεύεται. Η “αραβική άνοιξη”, με τα ισλαμικά καθεστώτα που εγκαθιδρύει, εξελίσσεται σ’ ένα βαρύ αραβικό χειμώνα, διαψεύδοντας τις προσδοκίες των υποστηρικτών της, όπως συνέβη και στο παρελθόν με την ιρανική επανάσταση. Τα παρισινά προάστια σίγησαν, εδώ και μια δεκαετία τώρα και μάλιστα εν μέσω κρίσης, οι αγανακτισμένοι αποσύρθηκαν απ’ τις πλατείες τους και η Αθήνα μοιάζει να ηρεμεί. Διαπιστώσεις που δεν ευαγγελίζονται βέβαια το τέλος της βίας των ημερών μας, κάθε άλλο, όσο θέλουν να διακρίνουν την αναποτελεσματικότητα της αυθορμησίας και της αλογίας της.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που εντοπίζεται όμως και μια διπλή εμπλοκή. Το εξεγερμένο υποκείμενο αλλά και το αποστασιοποιημένο και αμήχανο κοινωνικό σώμα μοιάζουν και τα δύο να είναι καθηλωμένα στην αφωνία του πραξιακού τους αδιεξόδου. Η συν-κίνηση και η συμμετοχή δεν ενεργοποιείται στην μηδενιστική αρνητικότητα αλλά ούτε και στην προφάνεια του κυρίαρχου λόγου. Το πολιτικό έτσι υποκείμενο – στην εξαιρετική περίπτωση που αυτό υφίσταται – παρά-μένει μια αταυτοποίητη επιθυμία, ένα αδιάγνωστο ίχνος. Ένα ίχνος που μένει πάντα στην αφάνεια της όποιας ουσιοκρατικής του τυποποίησης και αναφοράς. Μια ανίσχυρη ταυτότητα που μένει ανεντόπιστη σήμερα στο πεδίο του Πολιτικού, στο Πραγματικό δηλαδή της πολιτικής του εμπλοκής. Εκεί όπου το πράγμα δεν λειτουργεί, όπως θα έλεγε ο Lacan. Μια εμπλοκή που κατά κάποιο τρόπο αναγνωρίζεται και σ’ αυτό το ανεκπλήρωτο ίχνος της βίας. Αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για μια εμπλοκή άλλης τάξης. Μια εμπλοκή που δεν διαθέτει τόσο μια κατάσταση όσο αποκαλύπτει και αφυπνίζει έναν ορίζοντα, μια πολιτική δυνατότητα. Τη δυνατότητα μιας επιθυμίας απελευθέρωσης του ανθρώπου απ’ το ανέκφραστο και ανώνυμο πεδίο της πολιτικής του χειραγώγησης. Ένα κυριολεκτικά άλλο πεδίο ζωής, αδιάθετο, ανομοιόστατο, αυτό το Έξω του Πολιτικού, δηλαδή του Πραγματικού.

Η βία αυτού του Πραγματικού είναι και η βία της αδιάθετης και αθεμελίωτης αλήθειάς του. Μια αποκαλυπτική αλήθεια που εισβάλει εξαίφνης στον κόσμο μας, διανοίγοντάς τον σ’ αυτό που δεν είναι κόσμος, αλλά το άλλο του κόσμου. Μια αποκαλυπτική που διαθέτει την αδύνατη δυνατότητα της συν-κίνησης, της μετά-τόπισης, του εκ-τοπισμού. Αυτή η “ιδέαση του αληθούς”, η ενεργητική του εκ-φορά μέσα στον κόσμο, ανιχνεύσιμη απ’ τον Badiou ήδη στις αισθητικές συγκινήσεις του Kant, που διά-σχίζει το προπέτασμα των πραγματικοτήτων μας προς τον ορίζοντα της αληθείας, αυτής της άλλης σκηνής, των 72 ημερών του ανθρώπου. Η μετάβαση σ’ αυτό το άλλο πεδίο δεν φαντάζει απλώς αδύνατη, όπως διατείνεται ο φιλελεύθερος λόγος, αλλά είναι κι αδύνατη. Μια αδυνατότητα όμως που ανήκει στον άνθρωπο, στη μελαγχολική του εμπειρία, στον αρνητικό του ψυχισμό. Στη ψυχανάλυση, η έγερση, δηλαδή η πρωταρχική σεξουαλική επιθυμία, είναι πάντα μια μορφή αποτυχίας, εξαιτίας αυτής της “εσωτερικής της αδυναμίας”, όπως υποστηρίζει ο Freud, απέναντι στο μέγεθος του συμβολικού στο οποίο και αντιπαρατίθεται. Μια θεμελιακή αποτυχία που επενδύει, καταλήγοντας, στην εργασία τηςαναδρομολόγησής της, στις φαντασιακές εγγραφές του λόγου και στις νοητικές της έξ-αρσεις, στην εκπραγμάτισή της, εν τέλει, στο εκπτωτικό πεδίο της πολιτικής της απάρνησης. Όπως ακριβώς και η οιδιπόδεια επιθυμία που μεταγράφεται στο δεσμό του γάμου, σ’ αυτό το βίο της μη εκκεντρικότητας.

Τα εξεγερσιακά έτσι συμβάντα, λόγω αυτών ακριβώς των ανεπίλυτων διαφορών μας με τον άλλον και το άλλο του κόσμου, ήταν και θα ναι πάντα πέραν της ενσωμάτωσης, της κατανόησης και της συμμετοχής. Συμβάντα έτσι και πέραν της πολιτικής τους τυποποίησης. Ένα πέραν που αποκαλύπτει και τον αδύνατο ορίζοντά τους. Το εξεγερμένο υποκείμενο δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε καμιά σταθερά, ούτε καν σ’ αυτή της επαναστατικής προοπτικής. Είναι μια διαρκής εξάρνηση που αδυνατεί να συντονιστεί στην οποιαδήποτε πραγμάτωση. Μια εξεγερμένη γλώσσα που αντιστέκεται στις αναπαραστάσεις και στις ολοποιητικές της αφηγήσεις. “Ανεξεικόνιστες ευερεθιστότητες”, όπως θα τις χαρακτηρίσει η Kristeva, φιλοτεχνημένες μυστικά στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Γλωσσικά σημεία που μένουν αδιάγνωστα και καθηλωμένα στην εξάρνησή τους. Μια εξάρνηση που δεν αναλαμβάνει το βίαιο, αμυντικό της χαρακτήρα, αλλά την όλο και πιο βύθια απόσυρσή της. Μια εμπειρία εσωτερίκευσης που δεν διαγράφει το κοινωνικό ίχνος, όπως ο μηδενιστικός εξτρεμισμός των ημερών μας, αλλά το αναστοχάζεται στην αδύνατη μαρτυρία του, στο α-τόπημα της απόλαυσής του, εκτρέποντάς το στο πεδίο της ποιητικής του έξ-αρσης, ένα πεδίο αυτό αρνητικών πάντα εγγραφών, που δεν χαράσσει ταυτότητες αλλά τομές, τομές μιας απιχνασμένης υποκειμενοποίησης, μιας τοπικής στα όρια της “κατάκτησης του τυχαίου”, όπως θα έλεγε ο Roland Barthes. Αυτή την ίδια τη γλωσσική μας αποπλάνηση στον ανοίκειο χώρο της δεξίωσης του άλλου. Σ’ έναν χώρο και σ’ έναν χρόνο όμως που δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ και ο χωροχρόνος του κοινωνικού.

Το παραπάνω κείμενο ήταν εισήγησή μου στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στις 21- 22 και 23 Φεβρουαρίου 2014.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s